Μητροπολίτου Αὐστρίας: Ή νοερὰ προσευχὴ στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας

τοῦ Μητροπολίτου Αὐστρίας καὶ Ἐξάρχου Οὑγγαρίας κ. Ἀρσενίου

Ἡ προσευχή ὡς ἀνάβαση καί ὁμιλία τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Θεό[1] ἔχει χαρισματικό χαρακτήρα καί εἶναι ἔργο ἀσίγητο καί ἄληκτο μέσα στήν Ἐκκλησία.

Διαβᾶστε περισσότερα: Μητροπολίτου Αὐστρίας: Ή νοερὰ προσευχὴ στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας      Α) Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι γεμάτη ἀπό ἀναφορές στή συνεχή καί ἀδιάλειπτη μνήμη τοῦ Θεοῦ. Τό «Εὐλογήσω τόν Κύριον ἐν παντί καιρῷ, διαπαντός ἡ ἄνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου»[2] τοῦ ψαλμωδοῦ ἐπιβεβαιώνουν τήν ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ γεμίζει τήν ψυχή του καί δίδει νόημα στήν ὕπαρξή του μέσα ἀπό τήν προσευχή. Αὐτό δείχνουν καί οἱ προτροπές τῆς Καινῆς Διαθήκης «ἀγρυπνεῖτε ἐν παντί καιρῷ δεόμενοι»[3] καί «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε»[4].

Ἡ ἀγγελομίμητη αὐτή πράξη ἐκχέει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου τήν χάρη, τήν εὐφροσύνη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τήν κάνει κατοικητήριο τῆς Παναγίας Τριάδος καί δημιουργεῖ τίς προϋποθέσεις ὥστε ὁ νύκτα καί ἡμέρα προσευχόμενος ἄνθρωπος «νά μεταμορφώνεται σέ προσευχή καί νά γίνεται μυστήριο διαρκοῦς θείας κοινωνίας, πού φθάνει μέχρι τή θέωση καί τήν ἕνωση μέ τό Θεό»[5].

Μία ἐμβάθυνση στήν προτροπή τοῦ  Ἀποστόλου Παύλου «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε»[6] θά μᾶς ἀποκαλύψει ὅτι ἔργο τῆς προσευχῆς, τόσο στήν κοινή ὅσο καί στήν κατ’ ἰδίαν ἔκφρασή της, εἶναι ἡ διαρκής ἀναφορά καί ἕνωσή μας μέ τό Χριστό. «Τό περιφέρειν αὐτόν ἐν τῇ καρδίᾳ καί τῷ νοΐ – κατά τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης – καί ἀδιαλείπτως αὐτοῦ μεμνῆσθαι, καί ἐν αὐτῷ μελετᾶν καί θερμαίνεσθαι τούτου τῷ πόθῳ, κατά τά Σεραφίμ, καί ὁρᾶν αὐτόν ἀεί, ὡς τά Χερουβίμ, καί ἐν καρδίᾳ τοῦτον ἔχειν ἀναπαυόμενον, ὡς οἱ Θρόνοι»[7].

Ἡ ἀγάπη  ἀκριβῶς πρός τόν Χριστό ἀναβλύζει τή χαρισματική ἀκοίμητη προσευχή, ἀλλά καί ἡ χάρη τῆς προσευχῆς ποτίζει καί ζωογονεῖ τήν ἀνυπόκριτη ἀγάπη[8]. Ὅπως ἀδιάλειπτα ἀναπνέομε τόν ἀέρα, σημειώνει ὁ ὅσιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής, «οὕτως ἀδιαλείπτως ὀφείλομεν τόν Κύριον αἰνεῖν τε καί ὑμνεῖν»[9]. Αὐτή ἡ ἀδιάλειπτη κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό καί δή τό Χριστό δέν περιορίζεται ἀπό τά ὅρια τοῦ χρόνου καί τοῦ τόπου. «Οὐ καιροῖς καί διαστήμασιν ὡρῶν περικλειομένη – γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος γιά τήν προσευχή -, ἀλλά νύκτωρ καί ἡμέραν ἄπαυστον τήν ἐργασίαν ἔχουσα»[10].

Ἔτσι στήν πράξη ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή ἐφαρμόζεται πρῶτον μέ τούς διατεταγμένους καιρούς τῆς προσευχῆς, τήν ἑπταδική δηλαδή Ἀκολουθία τοῦ νυχθημέρου, δεύτερον μέ τήν προσευχή πού γίνεται μέ τήν καρδιά καί τρίτον μέ τήν ἐργασία, τό λεγόμενο ἐργόχειρο στήν ἀσκητική παράδοση.

       Β) Στό σημεῖο αὐτό θά ἀναδείξουμε περισσότερο τήν ἔννοια, τό βιβλικό ὑπόβαθρο, τίς ἱστορικές καί ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τῆς ἐμπειρίας που συνδέεται ἄμεσα μέ τή νηπτική θεωρία τοῦ ἡσυχαστικοῦ βίου, ἀλλά νοηματοδοτεῖ καί τήν ποιότητα τῆς προσευχῆς τοῦ κάθε Χριστιανοῦ ἐν τῷ κόσμῳ. Ἀέναος προσευχή εἶναι ἐκείνη πού δέν σταματᾶ ποτέ νά καλλιεργεῖται στήν ψυχή νύχτα καί μέρα. Εἶναι μία συνεχής ἐργασία τοῦ νοῦ, προκειμένου νά ὑπάρχει ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ καί ἡ κατάνυξη στήν καρδιά.

Ἡ συνεχής μνήμη τοῦ Θεοῦ περνᾶ μέσα ἀπό τήν ἐπίμονη ἐργασία τοῦ νοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς. Μέσα  στό «ταμιεῖον»[11] τοῦ καθενός, τό μυστικό δηλαδή τόπο τῆς καρδιᾶς, μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ καί δή τό «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», κυοφορεῖται ἡ νοερά προσευχή.

Ἀποστρεφόμενος ὁ ἄνθρωπος κάθε κοσμική φροντίδα καί μάταιο λογισμό εἶναι σέ θέση «ἀπερισπάστως» καί «ἀθολώτως» νά ἔχει παρρησία πρός τό Θεό. Ἐπικαλεῖται τό ὄνομα τοῦ Κυρίου νοερά, προσεύχεται «ἀβιάστως καί καθαρῶς καί ἀληθῶς»[12], εἰρηνεύει, ταπεινοῦται «καί ὅλως ἠλλοιωμένος τῇ τοῦ Θεοῦ ἀλλοιώσει φωτοειδής γίνεται»[13].

Ὅπως ὁ ὀφθαλμός, γράφει ὁ ἅγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας, ἀπολαμβάνει μέ τήν ὅραση τά πράγματα χωρίς νά μιλᾶ ἔτσι καί ὁ νοῦς μέ τή μνήμη καί τήν ἀγάπη πρός τό Θεό, μέ τή δέουσα πάλι σιγή, «ὑπό τῆς θείας ἐλλάμψεως καταυγάζεται, ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης λαμπρότητος κομιζόμενος»[14]. Καί ὅπως πάλι ἡ γλώσσα προφέρουσα ρήματα λόγου τήν ἄδηλον θέλησιν τοῦ νοῦ ἐμφανίζει τῷ ἀκούοντι, ἔτσι καί ἡ διάνοια «τά βραχυσύλλαβα ρήματα τῆς προσευχῆς πυκνῶς καί θερμῶς ἀναγγέλλουσα, τήν τῆς ψυχῆς αἴτησιν ἀνακαλύπτει τῷ πάντα εἰδότι Θεῷ»[15].

Μέ τίς πέντε δηλαδή λέξεις τῆς νοερᾶς καί μονολογίστου εὐχῆς φωτίζεται καί κατανύσσεται ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ἀποκαλύπτονται τά πάντα στόν παντογνώστη Κύριο, ἀναιροῦνται οἱ ἐμπαθεῖς λογισμοί, φυγαδεύονται οἱ ἔννοιες τοῦ κόσμου, καί σ’ ἕνα κλίμα καθαρά χαρισματικό ὁ ἄνθρωπος λειτουργεῖ ὡς ναός τοῦ Θεοῦ. Γίνεται κοινωνός μυστικῶν θεωριῶν  καί ἐπόπτης ἀρρήτων πραγμάτων.

Ἡ παράδοση τῆς μονολογίστου νοερᾶς προσευχῆς, κύριο περιεχόμενο τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, ἔχει τίς ρίζες της στήν Ἁγία Γραφή. Στήν Παλαιά Διαθήκη π.χ. τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς λατρευτικῆς ζωῆς τοῦ Ἰσραηλίτη[16]. Στήν Καινή Διαθήκη γίνεται ἀναφορά στήν προσευχή τοῦ νοῦ μέ «πέντε λόγους»[17], κάτι πού στήν πατερική παράδοση, ἀπό τούς πρώτους μόλις αἰῶνες, ἀξιοποιήθηκε γιά νά καθιερωθεῖ ἡ «καρδιακή προσευχή»[18], ἡ ἀπό τό «ἔνδον ταμεῖον»[19] καί τό βάθος τῆς καρδιᾶς γινόμενη προσευχή τοῦ νοῦ πρός τό Θεό.

Ὁ ἅγιος Ἰωάνννης ὁ Χρυσόστομος προτρέπει τά ἑξῆς στούς μοναχούς τῆς ἐποχῆς του. «βοᾶτε ἀπό πρωΐ ἕως ἑσπέρας, εἰ δυνατόν καί ὅλην τήν νύκτα, τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς»[20]. Ἄν καί ὁ λόγος αὐτός βρίσκεται σέ ἀμφιβαλλόμενο κείμενο τοῦ ὡς ἄνω ἱεροῦ Πατρός τό βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ μονολόγιστη εὐχή εἶναι παλαιότατη χωρίς ποτέ, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια, νά ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τήν ἀρχαϊκή πάλι διαμορφωθεῖσα ἑπταδική Ἀκολουθία τῶν κοινῶν συνάξεων.

Ὁ Διάδοχος Φωτικῆς συνδέει τή νοερά-μονολόγιστη εὐχή μέ τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν τελειότητα. Ὅσοι, σημειώνει, μελετοῦν ἀπαύστως στό βάθος τῆς καρδιᾶς των τό ὄνομα τοῦ Κυρίου «οὗτοι καί τό φῶς τοῦ νοῦ αὐτῶν δύνανται ὁρᾶν ποτε»[21]. Φθάνουν δηλαδή ἀπό τήν κάθαρση στό φωτισμό καί σέ ἕνα ἐπίπεδο ἀληθοῦς Λατρείας, μιᾶς καί ἡ νοερά προσευχή κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος θεωρεῖται ὡς «Θεοῦ καταλλαγή, δακρύων μήτηρ καί πάλιν θυγάτηρ, ἁμαρτημάτων ἱλασμός, ἀγγέλων ἔργον, ἀσωμάτων πάντων τρυφή, ἡ μέλλουσα εὐφροσύνη, ἀπέραντος ἐργασία, ἀρετῶν πηγή, χαρισμάτων πρόξενος, προκοπή ἀόρατος, τροφή ψυχῆς, νοῦ φωτισμός»[22].

Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, μέ τή νοερά προσευχή πού τιθασεύει τά πάθη καί βοηθᾶ τόν προσευχόμενο νά ἀναχθεῖ σέ ὕψη πνευματικότητος, «καθίσταται χώρα νοητή, ὅπου ὁ ἥλιος εἶναι τό φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὀξυγόνο ἡ πνοή τοῦ παναγίου Πνεύματος, συντυχία οἱ ἅγιες ἀσώματες ἀγγελικές δυνάμεις καί ζωή, χαρά καί εὐφροσύνη του ὁ ἴδιος ὁ Χριστός»[23].

Μέ τή νοερά προσευχή ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται σέ προσωπική σχέση μέ τό Χριστό. Πρόκειται γιά καθαρά μυστική σχέση, πραγματικό ἄθλημα, διότι ἀπαιτεῖ κόπο πνευματικό καί ἔχει τίς  δικές της προϋποθέσεις γιά νά μήν ὁδηγηθεῖ ὁ προσευχόμενος σέ πλάνη καί αὐταρέσκεια. Γι’ αὐτό ἕνας ἀπό τούς σύγχρονους ἁγίους, ὁ π. Πορφύριος σημειώνει ὅτι «ἡ νοερά προσευχή γίνεται μόνο ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχει ἀποσπάσει τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Δέν πρέπει νά γίνεται μέ τή σκέψη ‘νά τή μάθω, νά τήν καταφέρω, νά τήν φθάσω’, γιατί μπορεῖ νά ὁδηγηθοῦμε στόν ἐγωϊσμό καί στήν ὑπερηφάνεια. Χρειάζεται πείρα, λαχτάρα, ἀλλά καί σύνεση, προσοχή καί φρόνηση γιά νά εἶναι ἡ προσευχή καθαρή καί θεάρεστη»[24].

Ἕνας ἄλλος ἐπίσης Γέροντας τοῦ καιροῦ μας, ὁ Ἰωσήφ ὁ ἁγιορείτης ὁ ἡσυχαστής, δίδει συγκεκριμένες ὁδηγίες γιά τό σωστό τρόπο ἐφαρμογῆς τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἐπειδή μάλιστα ὁ νοῦς μπορεῖ νά τήν ξεχάσει ἐφόσον δέν τήν ἔχει συνηθίσει, θά πρέπει νά λέγεται ἄλλοτε ἔκφωνα καί ἄλλοτε νοερά. «Αὐτό γίνεται μέχρις ὅτου χορτάσῃ ὁ νοῦς καί γίνῃ ἐνέργεια», δηλαδή πλησθεῖ ἐσωτερικῆς χαρᾶς καί ἀγαλλιάσεως. «Τότε», γράφει ὁ Γέρων, «θά λέγεται μέσα σου ἀδιαλείπτως, χωρίς τήν βίαν τήν ἐδικήν σου. Αὐτό λέγεται αἴσθησις - ἐνέργεια . ἐπειδή ἡ χάρις ἐνεργεῖ χωρίς τήν θέλησιν τοῦ ἀνθρώπου. Τρώγει, περιπατεῖ, κοιμᾶται, ξυπνᾷ καί μέσα φωνάζει διαρκῶς τήν εὐχήν. Καί ἔχει εἰρήνην, χαράν»[25].

Αὐτοί ἄλλωστε εἶναι καί οἱ καρποί τῆς νεορᾶς προσευχῆς, ἡ χαρά καί ἡ εἰρήνη. Χαίρεται ὁ προσευχόμενος γιατί τό φῶς τοῦ Χριστοῦ φωτίζει τό νοῦ καί τήν καρδιά του δημιουργώντας τίς προϋποθέσεις γιά πρόγευση τῆς ἀνείπωτης χαρᾶς τῆς θείας βασιλείας. Εἰρηνεύουν ἐπίσης οἱ λογισμοί μέ ἀποτέλεσμα να γαληνεύει ὁ ὅλος ἄνθρωπος καί νά ἀκτινοβολεῖ τό πρόσωπό του τήν εἰρήνη καί τή γαλήνη τοῦ Χριστοῦ. Μέ τή νοερά προσευχή ἐπίσης ἐνεργοποιοῦνται χαρίσματα καί ἀρετές στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, κατανύσσεται ἡ καρδιά του ἔτσι ὥστε νά καθαρίζεται, νά ἔχει τά δάκρυα ὡς φάρμακο, νά πληροῦται ἀπό τό χαροποιόν πένθος μήν ἀφήνοντας περιθώριο γιά τήν κακία, τήν ἐμπάθεια καί κάθε ἐνέργεια τοῦ πονηροῦ[26].

       Γ) Ἀναφέραμε προηγουμένως ὅτι ἡ νοερά προσευχή δέν ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τήν προσευχή τῶν κοινῶν συνάξεων. Καί τοῦτο διότι τόσο ἡ κατ’ ἰδίαν προσευχή, ὅσο καί ἡ κοινή θεμελιώνονται στήν ἴδια ἐκκλησιολογική βάση. Ἡ μία προϋποθέτει τήν ἄλλη. «Καί οἱ δύο τύποι προσευχῆς – γράφει ὁ μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ – εἶναι κάτι παραπάνω ἀπό συμπληρωματικοί· εἶναι ὀργανικά δεμένοι μεταξύ τους, σάν δυό ἀχώριστες τῆς ἴδιας πράξεως εὐσεβείας. Καθένας μόνος του, χωριστά ἀπ’ τούς ἄλλους, μπορεῖ νά χαράξη ἐσφαλμένους δρόμους, νά γίνη ἐπικίνδυνος· ἡ κατ’ ἰδίαν προσευχή μπορεῖ νά ἐκφυλισθεῖ σέ εὐσεβισμό, σέ μία πράξι συγκινησιακή καί ἐκστασιακή, μιά πράξι διασπαστική. Ἀπό τό ἄλλο μέρος πάλι, ὅταν ἐκεῖνοι πού δέν ἔχουν καθόλου προηγουμένως ἀσκηθῆ, προσπαθήσουν νά ‘ἑνωθοῦν’ μέ τούς ἄλλους, τό ἀποτέλεσμα δέν θά εἶναι προσευχή κοινότητος, ἀλλά μᾶλλον μαζική προσευχή. Δέν θἆναι ἡ προσευχή μιᾶς κοινότητος προσώπων, ἀλλά ἐκείνης τῆς ἀπρόσωπης μάζας - ἁπλῆ τυπικότητα καί ὑποκρισία μ’ ἄλλα λόγια. Ἀποτελεῖ, λοιπόν, ἀναγκαιότητα μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ἡ προπαρασκευή τῶν πιστῶν γιά τήν κοινή προσευχή, μέσῳ τῆς προσωπικῆς εὐσεβείας, στό ἰδιαίτερό τους ‘ταμεῖο’»[27].

Ὁσάκις προέκυψαν προβλήματα διάσπασις τῆς ἑνότητος κοινῆς καί κατ’ ἰδίαν μονολογίστου εὐχῆς ἡ Ἐκκλησία ἀντέδρασε καί κατεδίκασε τήν ἐκτροπή. Χαρακτηριστικά παραδείγματα εἶναι ἡ καταδίκη τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἀρχαίου Μεσσαλιανισμοῦ καί ἀργότερα τῶν Βογομίλων οἱ ὁποῖοι δέν ἤθελαν τήν εὐχαριστιακή ζωή καί τίς κοινές συνάξεις, ἀλλά κινούμενοι ἀπό ἕνα πνεῦμα ὑπερασκητισμοῦ πρόβαλλαν τόν «εὐχιτισμό». Τόνιζαν δηλαδή τήν ἀτομική εὐχή σέ βάρος τῆς μυστηριακῆς ἐμπειρίας, τῆς λειτουργικῆς προσευχῆς καί τῆς ψαλμωδίας. Σ’ αὐτούς ἀναφέρεται τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας τό ὁποῖο καί ἀναθεματίζει ὡς πλανεμένους ὅσους μέ τήν πρόφαση τῆς ἡσυχίας βδελύσσονταν «τάς ἐν ἐκκλησίας συνάξεις»[28].

Κατά τήν περίοδο ἐπίσης τῶν ἡσυχαστικῶν ἐρίδων μεγάλοι Πατέρες ὑπεστήριξαν τήν ἑνότητα καί σπουδαιότητα κοινῆς καί κατ’ ἰδίαν μονολογίστου εὐχῆς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς π.χ., ὁ κατ’ ἐξοχήν διδάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τόνιζε ὅτι ὡς χριστιανοί «ἠμποροῦμε νά προσευχώμεθα μέ τόν νοῦ μας καί νά κάνωμεν προσευχήν νοεράν εὐάρεστον εἰς τόν Θεόν καί ἀληθινήν»[29]. Δέν παρέλειπε ὅμως νά συστήνει ἐνθέρμως καί τή λειτουργική προσευχή, τάς «ἐν τῷ ναῷ συνάξεις καί προσευχάς»[30].

Ὁ μοναχός Διονύσιος (14ος αἰ.) τόνιζε ὅτι δέν ἀρνοῦμαι «τό λέγειν ἀεί τελωνικῶς τό ‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ καί σῶσόν με’... ἀλλά θέλει καί καρπόν χειλέων ὁ Χριστός ἀφ’ ἡμῶν, τουτέστι δοξολογίαν καί αἴνεσιν καί εὐχαριστίαν καί εὐλόγησιν»[31]. Τό ἴδιο καί ὁ σπουδαῖος ὑμνογράφος Θηκαρᾶς ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη (14ος αἰ.) συνέταξε νέο Ὡρολόγιο, μέ τριαδικούς ὕμνους καί εὐχές, προκειμένου νά ὑπερασπισθεῖ θεολογικά τήν ἀμφισβητούμενη καί ἐκείνη τήν ἐποχή ἑνότητα τῶν τριῶν προσώπων τῆς Παναγίας Τριάδος καί νά ἀντιμετωπίσει τίς ὑπερασκητικές τάσεις ὀπαδῶν τῶν Βογομίλων πού δέν ἤθελαν τήν κοινή Λατρεία καί προσευχή στήν ἐκκλησία. Ὁ Θηκαρᾶς ἔβλεπε τή νοερά μονολόγιστη εὐχή ὡς προέκταση τοῦ «κοινῶς ψάλλειν» καί σέ κάθε περίπτωση ὑπερασπιζόταν «καί τό κοινῶς καί τό κατ’ ἰδίαν»[32] ὅσον ἀφορᾶ τήν προσευχή. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὡς ἕνας μάλιστα ἀπό τούς συνεχιστές τῆς ἡσυχαστικῆς λειτουργικῆς καί φιλοκαλικῆς παραδόσεως ἀπευθυνόμενος σέ συγγενῆ του ἐπίσκοπο τόν συμβουλεύει νά συνδυάζει τήν ἑπταδική Ἀκολουθία τοῦ νυχθημέρου μέ τήν καρδιακή καί νοερά προσευχή· «καί ταύτην ἔχε ἔργον ἀδιάλειπτον καί παντοτινόν»[33].

Ὁλοκληρώνοντας τίς παρατηρήσεις μας γιά τό νόημα τῆς νοερᾶς προσευχῆς καί τή θέση της στήν Ὀρθόδοξη παράδοση νά ἐπισημάνουμε ὅτι τόσον αὐτή ὅσο καί οἱ κοινές συνάξεις εἶναι δύο ἀλληλένδετες ἐκφάνσεις τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς καί Λατρείας ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Στόχος καί τῶν δύο εἶναι ἡ κοινωνία μέ τό Θεό, ἀλλά καί ἡ ἀγαπητική ἀναφορά πρός τό συνάνθρωπο, τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἡ νοερά προσευχή ἰδιαιτέρως ὡς διαδικασία κάθαρσης καί φωτισμοῦ τοῦ νοῦ, ἑλκύει τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί διαμορφώνει τήν ἀνθρώπινη καρδιά σέ κατοικητήριο τῆς Παναγίας Τριάδος. Προετοιμάζεται ἔτσι ὁ κάθε χριστιανός σωστότερα καί ὁλοκληρωμένα γιά τή μετάληψη τῆς θείας Εὐχαριστίας πού εἶναι τό πλήρωμα τῶν μυστηρίων. Ἔχει ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ὅλες τίς προϋποθέσεις νά γίνει κοινωνός τῆς τοῦ Χριστοῦ ζωῆς καί μέτοχος τῆς αἰωνίου βασιλείας Του.

 

 


[1] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, 3, 24, PG94, 1089C.

[2] Ψαλμ. 33,1-2.

[3] Λουκ. 21, 36.

[4] Α΄ Θεσ. 5, 17.

[5] Ἀ. Κεσελόπουλου, Πάθη καί ἀρετές στή διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ,  ἐκδ. «Δόμος», Ἀθήνα 21986, σ.165.

[6] Α΄ Θεσ. 5, 17.

[7] Συμεών Θεσσαλονίκης, Διάλογος..., Σ Γ΄, P.G.155, 537D . 540A.

[8] Νικοδήμου Σκρέττα (Ἀρχιμ.), Ἡ νοερά προσευχή  ἔκφραση  ἀληθοῦς Λατρείας  Θεοῦ, μετά συναγωγῆς  κειμένων  παλαιῶν καί νέων Γερόντων, [Σειρά: Κανονικά καί Λειτουργικά 2], ἐκδ. «Μυγδονία», Θεσσαλονίκη 2006, σ.73.

[9] Νείλου Ἀσκητοῦ, Ἐπιστολαί ΣΑΘ´ (239), PG79, 169D.

[10] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία Στ´, Περί Εὐχῆς, PG64, 461D.

[11] Ματθ. 6, 5-6.

[12] Καλλίστου καί Ἰγνατίου Ξανθόπουλου, Περί τῶν αἱρουμένων ἡσύχως βιῶναι καί Μοναστικῶς, νγ΄, Φιλοκαλία, τ. Δ΄, σ. 252.

[13] Ἀντωνίου Μοναχοῦ, Λόγος ρστ΄, Περί Προσευχῆς,  PG89, 1756D.

[14] Θεολήπτου Φιλαδελφείας, Λόγος περί μοναδικοῦ ἐπαγγέλματος, Φιλοκαλία, τ.Δ΄, σσ.7-12.

[15] Θεολήπτου Φιλαδελφείας, ὅ.π., σσ.7-12.

[16] Ἀ.Γ. Παπαρνάκη, Ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη, [Ἑρμηνεία καί Θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, 2], ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2006.

[17] Α΄ Κορ. 14, 19.

[18] Ἡσυχίου Πρεσβυτέρου Ἱεροσολύμων, Πρός Θεόδουλον λόγος ψυχωφελής περί νήψεως καί ἀρετῆς κεφαλαιώδης (πρόκειται γιά ἔργο Ἡσυχίου τοῦ Σιναΐτου), PG 93, 1481D.

[19] Καλλίστου καί Ἰγνατίου Ξανθόπουλου, Μέθοδος καί Κανών σύν Θεῷ ἀκριβής..., Φιλοκαλία, τ. Δ΄, σ. 245. Βλ. καί Π. Ἰ. Σκαλτσῆ, Ἡ παράδοση τῆς κοινῆς καί τῆς κατ’ ἰδίαν προσευχῆς, μέ εἰδική ἀναφορά στό Ὡρολόγιο τοῦ Θηκαρᾶ, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2008, σ.σ. 380-381.

[20] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἐπιστολή πρός μοναχούς ὠφελείας πάσης καί νήψεως μεστή (ἀμφιβαλλόμενο), PG60, 752.

[21] Διαδόχου Φωτικῆς, Λόγος Ἀσκητικός νθ΄, Φιλοκαλία, τ. Α΄, σ.251.

[22] Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλῖμαξ. Λόγος ΚΗ΄. Περί τῆς Ἱερᾶς καί μητρός τῶν ἀρετῶν τῆς μακαρίας προσευχῆς, PG88, 1129.

[23] Νικοδήμου Σκρέττα (Ἀρχιμ.), Ἡ νοερά προσευχή ἔκφραση ἀληθοῦς Λατρείας Θεοῦ, μετά συναγωγῆς κειμένων παλαιῶν καί νέων Γερόντων, ὅ.π., σ. 218.

[24] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Χρυσοπηγῆς, Χανιά 42003, σ. 284.

[25] Ἰωσήφ Ἡσυχαστοῦ Γέροντος, Ἔκφρασις Μοναχικῆς Ἐμπειρίας, Ἐπιστολή Β΄, ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Φιλοθέου, Ἅγιον Ὄρος 62003, σ.40. Βλ. καί Νικοδήμου Σκρέττα (Ἀρχιμ.), ὅ.π., σ. 282.

[26] Βλ. Νικοδήμου Σκρέττα (Ἀρχιμ.), Ἡ νοερά προσευχή ἔκφραση ἀληθοῦς Λατρείας Θεοῦ, μετά συναγωγῆς κειμένων παλαιῶν καί νέων Γερόντων, ὅ.π., σσ. 309-323.

[27] π. Γεωργίου Φλωρόφκυ, «Ὀρθόδοξος Λατρεία», ἐν Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. «Ἄρτος Ζωῆς», Ἀθήνα 1989, σ.σ. 160-161. Βλ. καί Γ. Ἰ. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ἠθική ΙΙ, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 171. Βασιλείου Ἰ. Καλλιακμάνη, Ὁ ἐκκλησιολογικός χαρακτήρας τῆς ποιμαντικῆς. Λεντίῳ ζωννύμενοι ΙΙ, ἐκδ. «Μυγδονία», Θεσσαλονίκη 2005, σσ. 22-23.

[28] Βλ. J. Gouillard, Le Synodikon de l’Orthodoxie, ἐν Travaux et Mémoires, τόμ. 2, Paris 1967, σ. 67. Βλ. καί Π. Ἰ. Σκαλτσῆ, ὅ.π., σσ. 282-283.

[29] Βλ. Φιλοκαλία, τ. Ε΄, σσ. 110-111.

[30] Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία Ζ΄, PG151, 89C.

[31] Διονυσίου Μοναχοῦ, Κεφάλαια γνωστικά πεντήκοντα περί διαφορᾶς τῶν θείων Ὕμνων, Εἰσαγωγή – κριτικόν κείμενον (τό πρῶτον νῦν ἐκδοθέν) ὑπό Χαραλάμπους Γ. Σωτηροπούλου, Καθηγητοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1999, σσ. 81-82.

[32] Βλ. Θηκαρᾶς, ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παντοκράτορος, Ἅγιον Ὄρος 2008, σ. 474. Βλ. καί Π. Ἰ. Σκαλτσῆ, Ἡ παράδοση τῆς κοινῆς καί τῆς κατ’ ἰδίαν προσευχῆς, μέ εἰδική ἀναφορά στό Ὡρολόγιο τοῦ Θηκαρᾶ, ὅ.π., σσ. 386-397.

[33] Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον, ἤτοι περί φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων,  ἔκδ. Νεκτάριος Παναγόπουλος, Ἀθῆναι 21991, σ. 177. Βλ. καί Π. Ἰ. Σκαλτσῆ, Ἡ παράδοση τῆς κοινῆς καί τῆς κατ’ ἰδίαν προσευχῆς, μέ εἰδική ἀναφορά στό Ὡρολόγιο τοῦ Θηκαρᾶ, ὅ.π., σ. 383, Νικοδήμου  Σκρέττα (Άρχιμ.), Ἡ νοερά προσευχή ἔκφραση ἀληθοῦς Λατρείας Θεοῦ, μετά συναγωγῆς κειμένων παλαιῶν καί νέων Γερόντων, ὅ.π., σσ. 117-177.

Μητροπολίτου Αὐστρίας Ἀρσενίου: Μετάνοια - O τρόπος της Αλήθειας

Διαβᾶστε περισσότερα: Μητροπολίτου Αὐστρίας Ἀρσενίου:  Μετάνοια - O τρόπος της Αλήθειας

Μητροπολίτου Αὐστρίας καί Ἐξάρχου Οὑγγαρίας Ἀρσενίου

         Κατά τήν νεότερη Εὐρωπαϊκή Φιλοσοφία, πολιτισμό δημιουργοῦν μόνο οἱ ἄνθρωποι καί οἱ κοινωνίες πού ἔχουν ἐπίγνωση τοῦ θανάτου τους[2]. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἀναμέτρηση μέ τά ὅρια τῆς ὕπαρξης, εἶναι ὁ μόνος τρόπος ἀληθινῆς βιοτῆς καί οὐσιαστικῆς προόδου. Ὅποιος τολμᾶ νά ἀντικρύσει τήν ὕπαρξή του ὡς αἰτιατό (ἀποτέλεσμα)- ἐφόσον ὁ καθένας ἀπό ἐμάς δέν θέλησε νά ὑπάρξει- αὐτός μπορεῖ νά ἀναζητήσει τήν Αἰτία καί τό νόημα. Ἡ γνώση τῶν ὁρίων σηματοδοτεῖ τήν κατάκτηση αὐτοσυνειδησίας καί ταυτόχρονα συνοδεύει τήν ἀναζήτηση πληρότητας.

         Κατά τήν Ὀρθόδοξη χριστιανική ἀντίληψη, στόν κόσμο διακρίνονται μόνο δύο "ποιότητες", τό Ἄκτιστο καί τό κτιστό, ἡ Αἰτία καί τό αἰτιατό, οἱ ὁποῖες συνθέτουν τήν πραγματικότητα τῆς ὕπαρξης. Στήν Παράδοσή μας ἡ γνώση τῶν ὁρίων δέν παρουσιάζεται ὡς ἐγκλωβισμός, ἀλλά ὡς εὐκαιρία. Ζεῖ τό ἀνθρώπινο ὄν, ὅταν ἀποφασίσει νά σχετιστεῖ μέ τήν Αὐτοαιτία, τόν Τριαδικό Θεό[4], γίνεται δώρημα ἐθελούσιας μετοχῆς. Ἡ μετάβαση ἀπό τήν ἐγωτική ἐμμονή στίς δυνατότητες τῆς πεπτωκυίας ἀνθρώπινης φύσης, στήν πληρότητα τῆς σχέσης μέ τόν Θεό, φανερώνει τήν ὀντολογική ἔννοια τῆς Μετάνοιας. Ἀπλούστερα, ἡ μετάνοια εἶναι ἡ στροφή τῆς ὕπαρξης στή Ζωή τοῦ Θεοῦ.  "Ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν"[6].

         Ἀμαρτία κατά τήν ἁγιογραφική παράδοση εἶναι τό νά θεωρεῖ ὁ ἄνθρωπος τό εἶναι του ὡς αὐτοαλήθεια. Ἀντιθέτως, σωτηρία εἶναι ἡ σχέση μέ τόν Ἄκτιστο. Αὐτή ἡ δυναμική ἀνάγνωση τῆς μετάνοιας στήν ὀρθόδοξη παράδοση   δέν ἀνταποκρίνεται στό παρωχημένο καί καταπιεστικό σχολαστικό μοντέλο τῆς θρησκευτικῆς προσωπικῆς αὐτοβελτίωσης. Σκοπός τοῦ χριστιανοῦ δέν εἶναι ἡ δόμηση ἐνός δυνατοῦ καί ὀχυρωμένου στίς ἰδεολογικές βεβαιότητες ἑαυτοῦ, ἀλλά ἡ συνάντηση μέ Τόν ὅλως Ἄλλο. Εἶναι ἡ μανική ἀναζήτηση τοῦ τόσο Ξένου καί συνάμα οἰκείου Θεού˙ τοῦ Ξένου, πού μέ ξένο τρόπο νικᾶ τόν θάνατο. "...δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·..."[8] καί παρά τήν πλατωνική ἀντίληψη «Θεός νθρώπ ο μίγνυται»[10]. Συναντᾶ τόν ἄνθρωπο στήν ἀπόλυτη ἔκπτωσή του καί τόν καλεῖ στήν πληρότητα τῆς υἱοθεσίας. Ὁ χριστιανικός ἀγώνας, ἡ ἀσκητική τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τόν τρόπο ἀνταπόκρισης σέ αὐτή τήν πρόσκληση. Ἡ ἐν Χριστῷ ἄσκηση δέν φανερώνεται ὡς ἀπαξίωση τῆς σωματικότητας, ἀλλά ὡς ἀνταπόκριση ἐκστατικής ἀγάπης στόν Ἰησοῦ Χριστό διά τῆς πιστότητας στίς ἐντολές Του."᾿Εὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε"[12].

         Ἡ μετάνοια παρουσιάζεται ὡς μετοχή στό διαρκῶς νέο καί ἀνακαινιστικό μυστήριο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὡς συμμετοχή στό πανηγύρι τῶν πρωτοτόκων. Κάθε λατρευτική πράξη τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ καί κατεξοχήν ἡ συμμετοχή στήν Εὐχαριστία - τό μυστήριο πού συνθέτει τήν Ἐκκλησία,  δέν γίνεται ἀτομική αἴτηση σωτηρίας, ἀλλά ἑορτή τοῦ γεγονότος ὅτι ἐν Χριστῷ ὁ Θάνατος θανάτῳ πατεῖται, ἀποκαλύπτοντας τή σωτηρία ὡς τήν ἐν Χριστῷ ὁλοκλήρωση καί ἀνακεφαλαίωση τῶν πάντων "τώρα καί εἰς τούς αἰῶνες".

         Ὁ μακαριστός γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ ἔλεγε: "Τόν ἄνθρωπο πού γίνεται πρόσωπο, τόν χαρακτηρίζει τό πλήρωμα τῆς συνειδήσεως ὅλης τῆς κτίσεως. Καί αὐτή ἡ συνείδηση, τήν ὁποία ἀναμένουμε νά δεχθοῦμε ὡς σωτηρία, εὐθυγραμμίζεται μέ τήν ἀρχή: γιά ὅλο τόν Ἀδάμ ὅπως καί γιά τόν ἑαυτό μας. Ἔτσι, λοιπόν, ἀν ὁ Κύριος δώσει σέ ὅλους μας αὐτή τήν συνείδηση, τότε θά εἴμαστε ἕνα. Θά εἴμαστε ἐνωμένοι ὡς ἕνας ἄνθρωπος. Γιά τή μετάνοια μας ἔλεγε ὁ Σιλουανός ὅτι μετανοούμε, δέν εἴμαστε ἄμεμπτοι, ἐφόσον δέν ἀποκτήσαμε τέτοια κατάσταση, ὥστε νά ζοῦμε ὅλη τήν ἀνθρωπότητα ὡς περιεχόμενο τῆς ἵδιας τῆς ζωής μας. Ἡ παγκοσμιότητα δέν εἶναι γνώση τῶν ποικίλων ἀπόψεων τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία μου ἀποκαλύφθηκε ὅτι δέν εἶναι ψυχολογική ἀλλά δύναμη ὀντολογική πού ἐνοποιεῖ." [14] περιγράφει ἄριστα τήν ἔννοια τῆς μετάνοιας. Σέ αὐτή τή διάσταση ὅ,τι μᾶς χωρίζει ἀπό τό Θεό μᾶς ἀποπροσανατολίζει καί ἁμαρτάνουμε (ἀστοχοῦμε) στήν εὕρεση τῆς ἀλήθειας, ἐνῶ αὐτοκαταδικαζόμαστε στήν ἐξάντληση τῆς ὕπαρξης στά θνητά ὅριά μας. Ἡ κατάθεση αὐτῆς τῆς ἁμαρτίας στήν Ἐκκλησία μᾶς ἐπαναφέρει στή ζωή καί μᾶς ἰκανώνει γιά τή μετοχή στό ἐκκλησιαστικό γεγονός. Ἀντιστοίχως, ἀρετή δέν εἶναι ἡ ἀπόκτηση συγκεκριμένων δεξιοτήτων, ἀλλά ἡ κατάθεση τῆς ὕπαρξής μας στόν  αἰώνιο Θεό καί ἡ  ἐθελούσια παραίτηση στήν ἀλήθεια Του."ὅτι διὰ τὴν ἀλήθειάν ἐστιν ἡ ἀρετή, ἀλλ᾿ οὐ διὰ τὴν ἀρετὴν ἡ ἀλήθεια. Ὅθεν ὁ διὰ τὴν ἀλήθειαν πράττων τὴν ἀρετήν, κενοδοξίας οὐ τιτρώσκεται βέλεσιν· ὁ δὲ τὴν ἀλήθειαν ἀρετῆς ἕνεκεν ἐπιτηδεύων, σύνοικον ἔχει τῆς κενοδοξίας τὴν οἴησιν.."[16]

         Ἀναγκαῖο στοιχεῖο τοῦ δρόμου τῆς μετανοίας εἶναι ἡ αὐτογνωσία, ἡ θέα τοῦ ἑαυτοῦ, ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας. Ὁ γέροντας Σωφρόνιος στήν πνευματική του αὐτοβιογραφία ἔγραφε: "οἱ πατέρες λένε ὅτι ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας μᾶς εἶναι μεγάλο δῶρο τοῦ Οὐρανοῦ, ἀνώτερο ἀπό τήν ὅραση ἀγγέλων. Καί ἐγώ γιά πολύ καιρό παρέμενα πνευματικά τυφλός. Πίστευα ὅτι ἀνερχόμουν σέ ἐπίπεδο ὑψηλότερό του Εὐαγγελίου"[18].

         Εἶναι ἀδιαμβισβήτητο γεγονός πως κάθε άνθρωπος πού βρίσκεται στή γῆ, "μοιραία" θά χάσει τόν προσανατολισμό του, τόν δρόμο του. Θά νιώσει τό σκοτάδι καί τή μοναξιά τῆς ἁμαρτίας. Θά ἀμαυρώσει τή στολή τῆς υἱοθεσίας. Πάντα ὅμως ἔχει τήν εὐκαιρία τῆς ἀλλαγῆς, τῆς στροφῆς στήν πρωτότυπη εἰκόνα, τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι «ἀπαράλλακτος εἰκὼν τοῦ Πατρός,ὁ χαρακτήρ τῆς ἀϊδιότητος αὐτοῦ[20] , καί ἕλκει τή Συγχώρεση, σύν-χωρῶ στόν ἴδιο τόπο μέ τόν Κύριό μου καί τούς ἀδελφούς μου. Αὐτή ἡ μυστηριακή συγχώρεση, εἶναι θεία δωρεά μέ ὀντολογική σημασία, καί δέν παρέχει ψυχολογικές καί ψυχοθεραπευτικές βακτηρίες πού προσπαθοῦν νά ἐξαφανίσουν τίς ἐνοχές. Ἡ μετάνοια δέ αὐτή φανερώνει τήν ἀσφαλέστατη ὁδό τῆς ταπείνωσης, τῆς αὐτοπαραίτησης στόν ἀγαπώμενο Κύριο καί ὁδηγεῖ στή θέα[22] τοῦ Θεοῦ. Τό μυστήριο τῆς ἄφεσης καθαίρει ἀπό τήν ἀρρώστια τῆς ἀτομικότητας, ἡ ὁποία ὅσο καί ἄν περιπλανηθεῖ ἐπιστρέφει στόν ἑαυτό τῆς- ὅπως ὁ Ὀδυσσέας τῶν Ὁμηρικῶν ἐπῶν- ἐνῶ προτρέπει στό ταξίδι τῆς ἀναζήτησης τῆς σχέσης μέ τόν Θεό κατά τό βιβλικό παράδειγμα τοῦ Ἀβραάμ.[24]

         Ὁ δρόμος τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς μπορεῖ νά εἶναι δρόμος ἀναμάρτητος, δηλαδή, γεμάτος πληρότητα, Χάρη καί Οὐράνια χαρά. "Ἐπαναλαμβάνουμε συχνά στήν Ἐκκλησία αὐτήν τήν προσευχή: Καταξίωσον, Κύριε, ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς. Μία ζωή ἀναμάρτητη πάνω στή γῆ ἀνοίγει τίς πόρτες τοῦ οὐρανοῦ. Δέν εἶναι ὁ διανοητικός πλοῦτος πού σώζει τόν ἄνθρωπο ἀλλά ἡ ἀναμάρτητη ζωή πού μᾶς ἑτοιμάζει νά ζήσουμε μέ τόν Θεό, στόν μέλλοντα αἰῶνα. Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θά μᾶς διδάξει γιά ὅλες τίς αἰώνιες  πραγματικότητες. Ἀλλά ὀφείλουμε νά προσθέσω ὅτι πρέπει πάντα νά φέρετε στή συνείδησή σας τίς ἐντολές: Ἀγάπα τόν Θεό τόν Δημιουργό σου, μέ ὅλο τό εἶναι σου καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν".[26], μία ἀποκάλυψη τοῦ ὅλως Ἄλλου Θεοῦ. Ἑπομένως ἡ καθημερινότητα ἀπό συσσώρευση ματαιώσεων καί πόνου γίνεται ἔκπληξη ζωῆς καί φανέρωση τοῦ "ἐν ὑμῖν ἐνεργοῦντος Θεοῦ"[28]

         Ὁλοκληρώνοντας τίς σκέψεις μας γιά τό ζήτημα τῆς μετάνοιας παραθέτουμε μία προτροπή ἀπό τήν πνευματική αὐτοβιογραφία τοῦ π. Σωφρονίου Σαχάρωφ, ἡ ὁποία εἶναι ἰδιαιτέρως παρήγορη. Ἀποκαλύπτει τόν Κύριο ὡς τόν Σωτῆρα ἐκείνων πού δέν αὐτοδικαιώνονται ἀλλά ἀντιλαμβάνονται τήν ἁμαρτωλότητά τους καί Τόν ἐμπιστεύονται ὁλοκληρωτικά[30].

         Ἡ Μετάνοια εἶναι ἡ ἀποστροφή τῆς βιωτῆς τοῦ θανάτου καί ἡ ἐκ νέου ἐπιθυμία τῆς κοινωνίας μέ τήν Ζωή, χωρίς φόβο καί πάθος καί κυρίως χωρίς ἀνταλλάγματα ἀλλά μέ ἀγάπη πού χρηστεύεται [32].

        


[2] Albert Sanon, Vocabulaire critique des relations Internationales dans les domaines culturel, scientifique et de la coopération technique. Bulletin des bibliothèques de France, n° 12, 1979.

[4] Προς Φιλ. 2,6.

[6]  Γαλ. 4,9.

[8]"Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν" Ιω. 1,14.

[10] Προς Ἐβρ. 2,14.

[12] Ἴδε, Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, Εκδ. Ἰερᾶς Μονῆς Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2005, σελ. 368. Ὁ Ἅγιος βέβαια τονίζει ὅτι χρειάζονται προϋποθέσεις γιά τήν προσέγγιση τῆς Χάριτος, ἤτοι ἡ Ταπείνωση, ἡ ἀγάπη, ἡ προσευχή, ἡ ἄσκηση καί ὁ κόπος γιά τόν Χριστό καί τήν ἀγάπη Του.

[14] Προς Ρωμ. 6,23.

[16] Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, ἐκδ. Ἀστήρ, 1969,  σελ. 56

[18] Μαρκ, 2,17.

[20] Νεκρώσιμος Ἀκολουθία, Νεκρώσιμα Ελογητάρια. χος πλ. α, Μικρόν Εὐχολόγιον, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 10ή ἔκδοση, 1988, σελ. 240.

[22] "Μάθετε απ' εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία" Ματθ. ια' 29.

[24]ΦιλοκαλίατῶνἹερῶνΝηπτικῶν, εκδ. Ἀστέρος, Ἀθῆναι 1957-1963, τομ Ά, Προοίμιον, σελ. 20.

[26] ΄Β προς Κορ. 3,18

[28] " ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι , Ἰω. 1, 12.

[30] Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστί, ἔνθ.ἀν., σελ. 55.

[32] Ιω. 8, 32.

Ἀφιέρωμα μέ Ὕμνους τῶν Χριστουγέννων

Ἀφιέρωμα μέ Ὕμνους τῶν Χριστουγέννων


Συλλόγος Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως

 

«Δεῦτε ἀγαλιασώμεθα...», στιχηρά ἰδιόμελα ἑσπερινοῦ Χριστουγέννων (ἦχος β΄)

 «Λαθὼν ἐτέχθης ὑπὸ τὸ σπήλαιον», τροπάριον ἑσπερινοῦ Χριστουγέννων (ἦχος πλ. β΄)

«Ἡ Γέννησίς σου...»,  Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων (ἦχος δ΄)

 «Δεῦτε εἴδωμεν πιστοί», Κάθισμα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων (ἦχος δ΄, νενανώ)

 «Ἡ Παρθένος σήμερον», Κοντάκιον τῆς τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων (ἦχος γ΄)

(Τὰ ἀποσπάσματα εἶναι εὐγενικὴ χορηγία τοῦ Συλλόγου Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως)

Ἐπιμέλεια: Δημήτριος Ἀποστολάκης
Διευθυντής Βυζαντινοῦ Χοροῦ Μητροπόλεως

 

 

 

π. Γεώργιος Μεταλληνός: Ἡ ἀλήθεια γιὰ τὰ Χριστούγεννα καὶ ἡ μυθοποίηση τῶν Χριστουγέννων

Ἡ ἀλήθεια γιὰ τὰ Χριστούγεννα

καὶ ἡ μυθοποίηση τῶν Χριστουγέννων

τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ
ὁμ. Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

 

Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση καὶ τὴ γέννησή Του ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς πραγματοποιεῖ τὸ σκοπὸ τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεανθρώπου στὴν Ἱστορία. Τὴν ἕνωση τοῦ κτιστοῦ πλάσματος μὲ τὸν Ἄκτιστο Πλάστη. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως εἶναι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. «Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται» (Τροπάριο Χριστουγέννων). «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεωποιηθῶμεν (Μ. Ἀθανάσιος). «Ἄνθρωπος γὰρ ἐγένετο ὁ Θεὸς καὶ Θεὸς ὁ ἄνθρωπος» (ἱ. Χρυσόστομος). Στὴν λογικὴ τοῦ ἠθικιστοῦ ὁ ὅρος «θεωποιηθῶμεν», ποὺ χρησιμοποιοῦν Πατέρες, ὅπως ὁ Μ. Ἀθανάσιος, εἶναι σκάνδαλο. Γι᾽ αὐτὸ μιλοῦν γιὰ «ἠθικὴ θέωση». Διότι φοβοῦνται νὰ δεχθοῦν ὅτι μὲ τὴ θέωση μεταβάλλεται «κατὰ χάριν» αὐτὸ ποὺ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι «κατὰ φύσιν» (ἄκτιστος, ἄναρχος, ἀθάνατος). Τὰ Χριστούγεννα εἶναι, γι᾽ αὐτὸ ἄμεσα συνδεδεμένα μὲ τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀνάληψη καὶ τὴν Πεντηκοστή. Ὁ Χριστὸς-Θεάνθρωπος χαράζει τὸ δρόμο, ποὺ καλεῖται νὰ βαδίσει κάθε σωζόμενος ἄνθρωπος, ἑνούμενος μαζί Του. Ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ τὰ Χριστούγεννα ὁδηγοῦν στὴν Πεντηκοστή, τὸ γεγονὸς τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐν Χριστῷ, μέσα δηλαδὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου, ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς Θεοῦ κατὰ χάριν. Μὲ τὸ βάπτισμά μας μετέχουμε στή σάρκωση, τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ζοῦμε καὶ μεῖς τὰ «Χριστούγεννά» μας, τὴν ἀνάπλασή μας. Οἱ Ἅγιοι δέ, ποὺ φθάνουν στὴν ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, τὴ θέωση, μετέχουν στὴν Πεντηκοστὴ καὶ φθάνουν ἔτσι στὴν τελείωση καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀναγεννημένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Αὐτὸ σημαίνει ἐκκλησιαστικὰ πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκπλήρωση δηλαδή τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπάρξεώς του.

Ὅσο καὶ ἂν εἶναι κουραστικὸς ὁ θεολογικὸς λόγος, καὶ μάλιστα στὸν ἀμύητο θεολογικὰ σύγχρονο ἄνθρωπο, δὲν ἐκφράζει παρὰ τὴν πραγματικότητα τῆς ἐμπειρίας τῶν Ἁγίων μας. Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία καὶ μόνο μποροῦν  νὰ κατανοηθοῦν ἐκκλησιαστικά, δηλαδὴ Χριστοκεντρικά, τὰ Χριστούγεννα. Ἀντίθετα, ἡ ἀδυναμία τοῦ μὴ ἀναγεννημένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου νὰ νοηματοδοτήσει τὰ Χριστούγεννα ἔχει ὁδηγήσει σὲ κάποιους γύρω ἀπὸ αὐτὰ μύθους. Οἱ ἄγευστοι τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς, μὴ μπορώντας νὰ ζήσουν τὰ Χριστούγεννα, μυθολογοῦν γι᾽ αὐτά, στὰ ὅρια τῆς φαντασίας καὶ μυθοπλασίας, χάνοντας τὸ ἀληθινὸ νόημά τους. Ὅπως μάλιστα θὰ δοῦμε, ὁ ἀποπροσανατολισμὸς αὐτὸς δὲν συνδέεται πάντοτε μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ μυστηρίου, ἀλλὰ μὲ ἀδυναμία βιώσεώς του, ποὺ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν παρερμηνεία του.

Μία πρώτη μυθολογικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τῶν Χριστουγέννων δίνεται ἀπὸ τὴν αἴρεση, τὴ στοχαστικὴ καὶ ἀνέρειστη -ἀνεμπειρικὴ δηλαδή- θεολόγηση. Ὁ δοκητισμός, ἡ φοβερότερη αἵρεση ὅλων τῶν αἰώνων, δέχθηκε κατὰ φαντασίαν σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου (δοκεῖν-φαίνεσθαι). Φαινομενική, δηλαδή, παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν ἐνδοκοσμικὴ πραγματικότητα. Γιὰ ποιό λόγο θὰ μποροῦσε νὰ ἐρωτήσει κανεῖς. Οἱ Δοκῆται ἤ Δοκηταί κάθε ἐποχῆς δὲν μποροῦν νὰ ἀνεχθοῦν, στὰ ὅρια τῆς λογικῆς τους, τὴ σάρκωση καί τή γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Μεταβαλλόμενοι σὲ αὐτόκλητους ὑπερασπιστὲς τοῦ κύρους τοῦ Θεοῦ, ντρέπονται νὰ δεχθοῦν κάτι ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐπέλεξε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Τὸ δρόμο τῆς μητρότητας. Νὰ γεννηθεῖ δηλαδὴ ἀπὸ μία Μάνα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸ καθαρότερο πλᾶσμα ὅλης τῆ ἀνθρώπινης ἱστορίας, τὴν Παναγία Παρθένο. Ὅλοι αὐτοὸ μποροῦν νὰ καταταχθοῦν στοὺς «ὑπεράγαν» Ὀρθοδόξους (κατὰ τὸν ἁγ. Γρηγόριο τὸ Θεολόγο). Γιατὶ ὁ δοκητισμὸς ὁδήγησε στὸ Μονοφυσιτισμό, στὴν ἄρνηση τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι οἱ συντηρητικοί, οἱ τυποκράτες, οἱ εὐσκανδάλιστοι. Γι᾽ αὐτοὺς ὅλους εἶναι σκάνδαλο ὁ ἀλήθεια, ἡ πραγματικότητα, ἡ ἱστορικότητα. Ἐνῶ ἄλλοι ἀπορρίπτουν τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὶ ἀρνοῦνται τὴν ἀνθρωπότητά του. Κι᾽ ὄμως ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ Χριστιανισμὸς στὴν αὐθεντικότητά του, εἶναι ἡ «ἱστορικότερη θρησκεία», κατὰ τὸν ἀείμνηστο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Ζεῖ στὴν πραγματικότητα τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ τὶς δέχεται μὲ τὸ ρεαλισμὸ τῆς Θεοτόκου: «Ἰδοῦ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1,38)! «Καὶ ὁ Πιλάτος στὸ Σύμβολο» λέγει μία ὡραία σερβικὴ παροιμία. Διότι ὁ Πιλάτος, ὁ πιὸ ἄβουλος ἀξιωματοῦχος τῆς ἱστορίας, ὡς ὑπαρκτὸ ἱστορικὸ πρόσωπο, βεβαιώνει τὴν ἱστορικότητα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἰς πεῖσμα ὄμως τῶν Δοκητῶν ὁ Θεὸς-Λόγος «σᾶρξ ἐγένετο –δηλαδὴ ἄνθρωπος- καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ (τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς θεότητάς Του)» (Ἰω. 1,14). Διότι «ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πὰν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2,9), εἶναι δηλαδὴ τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος.

Ἡ σάρκωση καὶ γέννηση τοῦ Θεανθρώπου εἶναι σκάνδαλο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σοφία, ποὺ αὐτοκαταργούμενη καὶ αὐτοαναιρούμενη σπεύδει νὰ χαρακτηρίσει «μωρία» τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κορυφώνεται στὸ σταυρικό του θάνατο (Α´ Κορ. 1,23). Εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ φάσει σὲ τέτοιο ὅριο κενώσεως, ὥστε νὰ πεθάνει πάνω στὸ σταυρὸ ὡς Θεάνθρωπος; Αὐτὸ εἶναι τὸ σκάνδαλο γιὰ τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτοὺς οἱ «θεοὶ» τοῦ κόσμου τούτου συνήθως θυσιάζουν τοὺς ἀνθρώπους γι᾽ αὐτούς, δὲν θυσιάζονται αὐτοὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Πώς θὰ δεχθοῦν τὸ μυστήριο τῆς Θείας Ἀνιδιοτέλειας; «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενὴ ἔδωκεν (θυσίασε) ... ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾽αὐτοῦ (Ἰω. 3,16.17). Στὰ ὅρια τῆς «λογικῆς» ἢ «φυσικῆς» θεολογήσεως χάνεται τελικὰ τὸ θεῖο στοιχεῖο στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ μένει τὸ ἀνθρώπινο, παρανοημένο καὶ αὐτὸ καὶ παρερμηνευόμεν. Διότι δὲν ὑπάρχει ἱστορικὰ ἄνθρωπος-Χριστός, ἀλλὰ Θεάνθρωπος. Ἡ ἕνωση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου στὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ-Λόγου εἶναι «ἀσύγχυτη» μέν, ἀλλὰ καὶ «ἀδιαίρετη». Οἱ «λογικὲς» ἑρμηνεῖες τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύονται παράλογες διότι ἀδυνατοῦν νὰ συλλάβουν μὲ τὴ λογικὴ τὸ «ὑπέρλογο».

Ἡ νομικὴ-δικανικὴ συνείδηση ζεῖ καὶ αὐτὴ στὸ Χριστὸ τὸ σκάνδαλό της. Ἀναζητεῖ σκοπιμότητα κοινωνικὴ στὴ Σάρκωση καὶ καταλήγει καὶ αὐτὴ στὸ μῦθο, ὅταν δὲν αὐτοπαραδίδεται στὸ Θεῖο Λόγο. Οἱ Φράγκοι κατασκεύασαν, μέσῳ τοῦ διακεκριμένου σχολαστικοῦ Ἀνσέλμου (11ος αἰ.), τὸ μῦθο τῆς «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης». Ὁ Θεὸς-Λόγος σαρκοῦται, διὰ νὰ σταυρωθεῖ-θυσιασθεῖ καὶ δώσει ἔτσι ἱκανοποίηση στὴν προσβολὴ ποὺ προξένησε στὸ Θεὸ ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία! Τὰ κρατοῦντα τότε στὴν φραγκικὴ φεουδαρχικὴ κοινωνία προβάλλονται (μυθολογικὰ) στὸ Θεό, ποὺ παίρνει τὴ θέση στὴ φραγκογερμανικὴ φαντασία ἑνὸς ὑπεραυτοκράτορα. Ἂς φωνάζει ὁ Ἰωάννης: «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν...» (3,16), ἢ ὁ Παῦλος: «συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην πρὸς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν, Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανεν» (Ρωμ. 5,8). Ὄχι! «Γιὰ νὰ πάρει ἐκδίκηση» καὶ «ζητώντας ἱκανοποίηση» θὰ μάθει νὰ φωνάζει ὁ δυτικὸς (ἢ δυτικοποιημένος) ἄνθρωπος.

Ἔτσι πλάσθηκε ἕνας «Χριστιανισμὸς» ἄλλου εἴδους, ποὺ δὲν διαφέρει ἀπὸ μυθοπλασία, ἀφοῦ προβάλλει στὸ Θεὸ τὴ φαντασία καὶ τὶς προλήψεις μας. Ἡ ἐκλογίκευση καὶ ἡ ἐκνομίκευση τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεανθρώπου εἶναι ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν ἱστορία.

Ἡ θρησκευτικὴ (τυπολατρικὴ) συνείδηση ζεῖ τὸ «σκάνδαλο» τῆς ἐνανθρωπήσεως καταφεύγοντας στή θρησκειοποίηση τῆς Πίστεως. Ἐξαντλεῖ τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων στὶς τελετὲς καὶ χάνει τὸν ἀληθινὸ σκοπό τους, ποὺ εἶναι ἡ «υἱοθεσία» (θέωση). «Ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν...» (Γαλ. 4,5). Εἶναι τὸ σκάνδαλο τοῦ φαρισαϊσμοῦ, ἔστω καὶ ἂν λέγεται Χριστιανισμός.

Εἶναι ὅμως οἱ ἐχθροῖ τοῦ «παιδίου», ποὺ βιώνουν τὸ σκάνδαλο τῆς ἐξουσίας. Ὁ Ἡρωδισμός! Οἱ κρατοῦντες ἢ μᾶλλον «δοκοῦντες ἄρχειν..» (νομίζοντες ὅτι κυβερνοῦν) (Μαρκ. 10,42), ὅπως ὁ Ἡρώδης, βλέπουν στόν νεογέννητο Χριστὸ κάποιον ἀνταγωνιστὴ καὶ κίνδυνο τῶν συμφερόντων τους. Γι᾽ αὐτὸ «ζητοῦσι τὴν ψυχὴ τοῦ παιδίου» (Ματ. 2,20). Παρερμηνεύουν ἔτσι τὸν ἀληθινὸ χαραχτήρα τῆς βασιλικῆς ἰδιότητας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος». Ὁ Χριστὸς ὡς Βασιλεὺς ὅλης τῆς κτίσεως εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Κύριός της, ὁ δημιουργὸς καὶ σωτήρας της καὶ ὄχι ὡς οἱ Ἡρῶδες τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ ἀδίστακτοι δολοφονοῦν, γιὰ νὰ κρατήσουν τὴν ἐξουσία τους.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεόλόγος (Ε.Π. 36,516) προσφέρει δυνατότητα ὀρθῆς προσεγγίσεως τῶν Χριστουγέννων, δηλαδὴ ἁγιοπνευματικῆς: «Τοίνυν ἑορτάζομεν μὴ πανηγυρικῶς, ἀλλὰ θεϊκῶς. μὴ κοσμικῶς, ἀλλὰ ὑπερκοσμίως. μὴ τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ τὰ τοῦ ἡμετέρου (= ὄχι δηλαδὴ τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ τὸν Χριστὸν ἂς τιμᾶμε...). μᾶλλον δὲ τὰ τοῦ Δεσπότου. μὴ τὰ τῆς ἀσθενίας, ἀλλὰ τῆς ἱατρείας. μὴ τὰ τῆς πλάσεως, ἀλλὰ τὰ τῆς ἀναπλάσεως.

Παρεμβάσεις Ιστορικές και Θεολογικές
Εκδ. «Διήγηση», Αθήνα 1998.

Νικόλαος Ζίας - Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου στὴν Ὀρθόδοξη τέχνη

Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου

στὴν Ὀρθόδοξη τέχνη

τοῦ Νικολάου Ζία
ὁμ. Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

 

Διαβᾶστε περισσότερα: Νικόλαος Ζίας - Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου στὴν Ὀρθόδοξη τέχνη

Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως
Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Λουκᾶ
Στείρι, Βοιωτίας

Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ μέγα αὐτὸ γεγονὸς τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου, γιορτάζεται ἀπὸ τὴν Ἁγία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μὲ δοξολογία καὶ κατάνυξη, ποὺ θαυμαστὰ ἐκφράζονται στὴν ἠδυμελὴ ὑμνογραφία καὶ τὴν εἰρηνόχυτο εἰκονογραφία.

Ἔτσι μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἁπλὸς ὀρθόδοξος χριστιανὸς ζεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως μὲ τὶς αἰσθήσεις του, ποὺ μεταμορφώνονται, γιὰ νὰ γίνουν μέσα κοινωνίας μὲ τὸ ἄρρητο. Προσκυνώντας τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως «βλέπει» μὲ τὰ μάτια του τὴ θεολογία τῆς Σαρκώσεως καὶ αἰσθάνεται τὴν εὐφροσύνη τῆς ἐνανθρωπήσεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἄγευστος πνευματικῆς ζωῆς μελετητής, μπορεῖ κι᾿ ἀπὸ αὐτὴν καὶ μόνο τὴν εἰκόνα ν᾿ ἀντιληφθεῖ τὸ πνευματικὸ μεγαλεῖο, τὸ μυστικὸ βάθος καὶ τὸ αἰσθητικὸ κάλλος τῆς Ὀρθοδόξου τέχνης, ποὺ συνήθως τὴ λέμε βυζαντινή.

Τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως στὴν ὁλοκληρωμένη της μορφὴ τὴ βρίσκουμε κυρίως στοὺς ἔπειτα ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία χρόνους. Στὴν Ἑλλάδα μας ἔχουν σωθεῖ δυὸ ἐκκλησίες τοῦ 11ου αἰ., καθολικὰ ἄλλοτε τῶν Μοναστηριῶν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ καὶ τοῦ Δαφνίου, ποὺ στὰ ψηφιδωτά τους βλέπουμε τὴν παράσταση τῆς Γεννήσεως στὴν αὐθεντικώτερή της μορφή. Ἂς συνοψίσουμε τὰ βασικὰ στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τὴν εἰκόνα.

Τὸ κεντρικὸ τμῆμα καταλαμβάνει βουνὸ «βραχῶδες, ἀλλ᾿ εὔχαρι καὶ φωτεινόχρωμο», ποὺ στὴν κοιλιά του ἀνοίγεται σκοτεινόχρωμο σπήλαιο καὶ μέσα φάτνη μὲ τὸν νήπιο Χριστὸ ἐσπαργανωμένο, ἐνῷ ἡ Παναγία - Μητέρα του εἶναι στὸ πλάι ξαπλωμένη πάνω σ᾿ ἕνα στρῶμα. Ἄλλοτε εἰκονίζεται καθισμένη ἢ γονατιστή. Πίσω ἀπὸ τὴ φάτνη προβάλλουν τὰ κεφάλια τους δυὸ ἀγαθὰ ζῷα, βόδι καὶ ὀνάριο ζεσταίνοντας τὸ θεῖο Βρέφος μὲ τὴν ἀναπνοή τους. Ἔξω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ κάτω ἄκρο τῆς εἰκόνας, κάθεται συλλογισμένος ὁ Ἰωσὴφ ἔχοντας ἴσως ἀκόμη τὸ σαράκι τῆς ἀμφιβολίας μέσα του. Στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς εἰκόνας παριστάνεται τὸ πρῶτο λουτρό, ποὺ ἔκανε ἡ μαία Σαλώμη στὸ Νεογέννητο.

Δεξιὰ κι᾿ ἀριστερὰ ἀπὸ τὸ βουνὸ ἄγγελοι προσκυνοῦν καὶ δοξολογοῦν τὸ Χριστὸ ἢ φέρνουν στοὺς ποιμένες, ποὺ ξενυχτοῦν, τὸ χαροποιὸ ἄγγελμα. Ἕνα τσοπανόπουλο κάθεται διπλοποδισμένο παίζοντας φλογέρα. Ζωγραφίζονται ἀκόμη καὶ ἄλλοι τσοπάνοι μὲ τὰ κοπάδια τους. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη ἔρχονται ντυμένοι μὲ τὶς ἐξωτικές τους φορεσιὲς οἱ τρεῖς Μάγοι κομίζοντας τὰ βασιλικὰ τοὺς δῶρα. Ὁ λαμπρὸς ἀστέρας, ποὺ τοὺς ὁδηγοῦσε, ἔχει σταθεῖ πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, «ὡσὰν δροσοσταλίδα κρεμάμενη ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς τοῦ Χριστοῦ», ὅπως γράφει ὁ μακαριστὸς Φώτης Κόντογλου. Ὁ ἴδιος ἁγιογράφος - συγγραφέας ὁλοκληρώνει τὴν περιγραφὴ τῆς παραστάσεως μὲ τὴ λιτὴ φύση, ποὺ τὴ στολίζει: «Ἄγρια πρινάρια καὶ εὐώδη χόρτα, μυρσίνες, θυμάρια καὶ ἀλλὰ στολίζουν ταπεινὰ τοὺς βράχους, ὅπως τὰ βλέπει κανένας εἰς τὰ εὐλογημένα βουνὰ τῆς πατρίδος μας».

Εἴπαμε στὴν ἀρχή, ὅτι ἡ εἰκόνα φανερώνει τὴ θεολογία, τὸν πνευματικὸ χαρακτήρα τῆς Γεννήσεως· καὶ πρὶν νὰ δοῦμε τὸ καθένα στοιχεῖο τῆς συνθέσεως τί συμβολικὰ ἀποκαλύπτει, ἂς δοῦμε ὁλόκληρη τὴ σύνθεση μαζὶ καὶ τὴν τεχνοτροπία της. Ἡ σύνθεση στοιχείων ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα (βουνό, σπήλαιο, φάτνη, κ.λ.π.) μὲ τὸ πνευματικὸ στοιχεῖο τοῦ Οὐρανοῦ, ποὺ συμβολίζει τὸ χρυσὸ βάθος τῆς εἰκόνας, καθὼς καὶ ὁ ἀντιρεαλιστικὸς δισδιάστατος χαρακτήρας τῆς ζωγραφικῆς μᾶς δίνουν ὀπτικὰ τὴ σύνθεση τοῦ γήινου καὶ τοῦ θείου, τὴν ἕνωση τοῦ ἀνθρωπίνου καὶ τοῦ θείου· καὶ αὐτὸ γιατί οὔτε ἀνθρωποποιεῖ τὴν παράσταση σὰν μία παχυλὴ εἰδωλοποίηση στὸν καθρέφτη, οὔτε ἀφαιρεῖ τὴν ἱστορικότητα τῶν γήινων στοιχείων καὶ συστατικῶν, ἀλλὰ τὰ μεταμορφώνει. Ἡ σύνθεση ἀκολουθεῖ περισσότερο - στὶς λεπτομέρειες ἰδίως - τὴν ὑμνογραφικὴ παράδοση, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὰ λεγόμενα Ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια. Ἔτσι ζωγραφίζεται σπήλαιο σκοτεινόχρωμο, σὰν τὴ σκοτεινιὰ τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου, ὅπου λάμπει κατάλευκο τὸ ἐσπαργανωμένο Βρέφος.

Στὴ Δυτικὴ ζωγραφικὴ ὁ μικρὸς Χριστὸς εἰκονίζεται γυμνός, ἐνῷ τὸ Εὐαγγέλιο σαφῶς μας λέει «καὶ σπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ» (Λουκ. β´ 6).

Τὰ δυὸ ζωντανὰ μᾶς ὑπενθυμίζουν κάθε φορὰ ποὺ προσκυνοῦμε τὴν εἰκόνα ὅτι «Ἔγνω βοὺς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ Κυρίου αὐτοῦ, Ἰσραὴλ δὲ μὲ οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός μου οὐ συνῆκεν» (Ἡσ. α´ 3).

Τὴν κεντρικὴ θέση στὴ σύνθεση κατέχει μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ ἡ Παναγία καὶ ἔχει κανεὶς τὴν ἐντύπωση, ὅτι ἀποτελοῦν τὸν κεντρικὸ κύκλο δείχνοντας τὴ σημασία τῆς Παναγίας στὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς Παναγίας τονίζεται ἡ σημασία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἡ συμβολή του στὴ θεία συγκατάβαση. Ὁ Ἰωσὴφ μένει ἔξω ἀπὸ τὸ κύκλωμα αὐτό. Ἔτσι ἀμέσως μὲ τὴν πρώτη ματιὰ συνειδητοποιεῖ ὁ πιστὸς ὅτι ἄνανδρος ἡ σύλληψις, καὶ ὁ Ἰωσήφ, καθὼς μάλιστα κάθεται συλλογισμένος, ἐπιβεβαιώνει μὲ τὴν ἄγνοιά του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀμφιβολία του τὸ μέγα μυστήριον. Ἕνα τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας θαρρεῖς ὅτι ὑπομνηματίζει αὐτὴν τὴν ἀμφιβολία:

«Τάδε λέγει Ἰωσὴφ πρὸς τὴν Παρθένον Μαρία, τί τὸ δράμα τοῦτο, ὃ ἐν σοὶ τεθέαμαι; Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι καὶ τὸν νοῦν καταπλήττομαι.... οὐκ ἔτι φέρω λοιπόν, τὸ ὄνειδος ἀνθρώπων...».

Ἡ σκεπτικὴ στάση τοῦ Ἰωσὴφ δίνει κουράγιο σ᾿ ὅσους ταλαιπωροῦνται ἀπὸ λογισμοὺς ἀμφιβολίας, ὅσον ἀφορᾶ τὴ μυστηριακὴ Γέννηση. Ὅσοι δὲν μποροῦν νὰ δεχτοῦν μὲ ἁπλὴ καρδιά, τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως οἱ καλόκαρδοι ποιμένες, ἐλπίζουν στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῶν ἀμφιβολιῶν καὶ τῶν διαφόρων δεινῶν λογισμῶν. Γιατί σὲ ἄλλο τροπάριο ὁ Ἰωσὴφ θὰ δώσει τὴν ἀπάντηση:

«Ἐγώ, φησί, τοὺς προφήτας ἐρευνήσας καὶ χρηματισθεὶς ὑπὸ ἀγγέλου πέπεισμαι ὅτι Θεὸν γεννήσει ἡ Μαρία ἀνερμηνεύτως».

Οἱ Μάγοι - σοφοὶ καὶ καλοπροαίρετοι ἀναζητητὲς τῆς ἀλήθειας τοῦ καιροῦ τοὺς γίνονται ἐδῶ ἐκπρόσωποι ὅλων ὅσων ψάχνουν καὶ πορεύονται δρόμους μακρυνούς, γιὰ νὰ βροῦν τὴν ἔνσαρκο ἀλήθεια, ποὺ εἶναι ὁ τεχθεῖς Χριστός.

Μένει ἀκόμα ἡ τρυφερὴ λεπτομέρεια τοῦ πρώτου λουτροῦ τοῦ Βρέφους. Ἴσως παραξενεύει καμιὰ φορὰ τοὺς πιστοὺς ἡ σκηνὴ αὐτή, ἀλλὰ ἡ Παράδοση τὴ δέχεται ἤδη ἀπὸ τὸν 6ον αἰ. μέχρι σήμερα μὲ σποραδικὲς ἑξαιρέσεις. Στὸ τρυφερὸ αὐτὸ γεγονός, ἐκτὸς ἀπὸ μία οἰκειότητα, ποὺ προσδίδουν στὴν εἰκόνα ὁρισμένοι θεολόγοι, βλέπουν μίαν ἀκόμη ἐπίρρωση στὴν πίστη τῆς σαρκώσεως καὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου. Κι᾿ ἀκόμη μὲ τὸ βύθισμα στὸ λουτρὸ πιστεύουν ὅτι προεικονίζεται ἡ Βάπτισις τοῦ Κυρίου.

Ἂν κάνουμε μία σύγκριση μὲ τὴν εἰκονογραφία στὴ Δύση, ἰδίως μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση, θὰ βροῦμε ἀρκετὲς διαφορές, ποὺ μερικὲς σημαίνουν τὴ διαφορὰ τοῦ πνεύματος ἀνάμεσα στὶς δυὸ παραδόσεις. τὸ σπήλαιο γίνεται ἕνας στάβλος ἰδωμένος μὲ ρομαντικὴ ματιά, ποὺ ὅλο καὶ τὸν ἐξωραΐζει. Ἡ Παναγία εἶναι μία ὄμορφη χωριατοπούλα καὶ ὁ Χριστὸς ἕνα χαριτωμένο παχουλὸ μωρό, ποὺ εἰκονίζεται μάλιστα γυμνό. Ὁ Ἰωσὴφ παίρνει θέση δίπλα στὸ Βρέφος, ἰσάξια μὲ τὴν Παναγία. Ἡ προσκύνηση τῶν Μάγων μετατρέπεται σὲ μία πολυπρόσωπη παρέλαση τῆς ἀριστοκρατίας τοῦ καιροῦ τοῦ ζωγράφου. Ὁ συναισθηματισμὸς μὲ τὶς ρομαντικὲς προεκτάσεις του καὶ κάποτε τὶς κλασσικιστικὲς ἀναμνήσεις του παραμερίζει τὸ Μυστήριο μεταλλάσσοντας τὴ συμβολικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀρρήτου αὐτοῦ μυστηρίου σὲ ὡραῖα καταγραφὴ ἑνὸς μυθικο-ιστορικοῦ γεγονότος μέσα στὰ πλαίσια τῆς Οὐμανιστικῆς ἀμορφίας καὶ τῆς καλομελετημένης ἁρμονίας.

Ἐπιστρέφοντας στὴν Ὀρθόδοξη Εἰκόνα τῆς Γεννήσεως βλέπουμε πράγματα, ποὺ ξεπερνοῦν τὴ λογικὴ καὶ τὴν καλοστημένη τάξη. Βλέπουμε πράγματα γιὰ τὴν κρίση μας παράδοξα.

Ὁ Χριστὸς π.χ. νὰ εἰκονίζεται στὴ φάτνη καὶ συγχρόνως καὶ στὸ λουτρό. Οἱ Μάγοι νὰ παριστάνονται δυὸ φορές.

Τὸ χρόνο ὁ ὀρθόδοξος ζωγράφος τὸν χρησιμοποιεῖ ἐλεύθερα, γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο. Γιατὶ κι ἂν σαρκώθηκε καὶ γεννήθηκε σὲ μία ἱστορικὴ στιγμή, δὲν παύει νὰ εἶναι χτὲς καὶ σήμερα καὶ αὔριο ὁ Ἴδιος. Αὐτὴ τὴν ὑπέρβαση τοῦ χρόνου, τὸ λειτουργικὸ χρόνο, ὅπου τὰ πάντα εἶναι παρόν, μᾶς παρουσιάζει μὲ τὰ μέσα της ἡ ζωγραφική.

Ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα τῆς Γεννήσεως μορφοποιεῖ τὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, βρίσκοντας τὸ μέτρο ἀνάμεσα στὸ θεϊκὸ καὶ τὸ ἀνθρώπινο, δοξολογεῖ μὲ χρώματα καὶ σχήματα, μὲ τρυφερότητα, ἀλλὰ χωρὶς γλυκερότητα, τὴν ἐνανθρώπηση καὶ προσφέρει στὸν πιστὸ τὴν πύλη γιὰ τὴν εἴσοδο στὸ Μυστήριο, ἀλλὰ καὶ τὴν αἰσθητικὴ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη τῆς ἀληθινῆς τέχνης.

Ἀναστάσιος Ἀλβανίας: Ἡ θεολογική κατανόηση τῆς Ἱεραποστολῆς

Ἡ θεολογική κατανόηση

τῆς Ἱεραποστολῆς

Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου καί πάσης Ἀλβανίας
κ. Ἀναστασίου
Ἐπιτίμου Μέλους τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν

 

Ἡ θεολογικὴ κατανόηση τῆς Ἱεραποστολῆς δὲν εἶναι ἀπαραίτητη μόνο γιὰ τοὺς   θεολόγους καὶ τοὺς κληρικούς. Ἔχει ἀποφασιστικὴ σημασία γιὰ ὅλη τὴν Ἐκκλησία. Κάθε ὀρθόδοξος χριστιανὸς πρέπει νὰ μάθει καὶ νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ Ἱεραποστολὴ δὲν ἀποτελεῖ συμπλήρωμα ἤ παράρτημα τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας δραστηριοτήτων, ἀλλὰ βασικὴ ἔκφραση τῆς πίστεως μας, τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας αὐτοσυνειδησίας. Καὶ ἀκόμη ὅτι Ἱεραποστολὴ δὲν σημαίνει φυγὴ ἀπὸ τὸ γεωγραφικὸ ἤ κοινωνικὸ χῶρο μας πρὸς ἄγνωστες ἐξωτικὲς χῶρες, ἀλλὰ σταθερὸ προσανατολισμὸ πρὸς τὸ κέντρο τῆς χριστιανικῆς ἐμπειρίας, τὴν οὐσία τῆς πίστεὼς μας, τῆς ἐλπίδος, τῆς ἀγάπης καὶ τῶν χριστιανικῶν προσδοκιῶν, ὥστε νὰ κατανοήσουμε τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας ἐν Χριστῷ στὴν παγκόσμια καὶ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ του.

Γιὰ νὰ διατηροῦμε τὸ ἱεραποστολικὸ ὅραμα ζωντανὸ καὶ τὴ συναφῆ ἐπίγνωση πάλλουσα, χρειάζεται νὰ στοχαζόμαστε «ἔτι καὶ ἔτι» τούς «θεολογικοὺς λόγους» σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολή. Ἐδῶ θὰ περιοριστοῦμε σὲ τρία μόνο θεμελιακὰ θεολογικὰ σημεῖα (Ι), προσθέτοντας δύο βασικὲς διευκρινίσεις (ΙΙ).

 

Ι

ΘΕΜΕΛΙΑΚΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ

1. Ἡ τριαδολογικὴ διάσταση

Τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεως καὶ τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας εἶναι ὁ Θεός ὡς Τριὰς Ἁγία, ὡς Ἀγάπη. Ἡ ἀφετηριακὴ κατανόηση τῆς χριστιανικῆς Ἱεραποστολῆς βασίζεται ἀκριβῶς στὸ μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὄντας ἀγάπη ὁ Θεὸς ἐπεκτείνει τὴν ἀγάπη Του σ’ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, σ’ ὁλόκληρη τὴ δημιουργία. Ἀφετηριακὸ σημεῖο γιὰ κάθε ἀποστολικὴ δραστηριότητα παραμένει ἡ ὑπόσχεση καὶ ἐντολὴ τοῦ ἀναστάντος Κυρίου στὴν Τριαδική της προοπτική: «Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. …Λάβετε πνεῦμα ἅγιον» (Ἰω.20:21-22). Ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς ἐκφράζεται μὲ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Υἱοῦ. «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱόν του τὸν μονογενῆ ἔδωκεν» ( Ἰω.3:16). Ὁ Υἱὸς ἀποστέλλει στὴ συνέχεια τοὺς μαθητές Του μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ νὰ καλέσουν ὅλα «τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα» (Ἰω. 11:52) στὴ Βασιλεία Του. Ὅλοι οἱ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασθέντες ἄνθρωποι καλοῦνται νὰ ἐπανέλθουν στὴν ἐλευθερία τῆς ἀγάπης, νὰ μετάσχουν στὴ ζωὴ ἀγάπης τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀκτινοβολεῖ καὶ ζωογονεῖ τὴν κτίση, πρέπει νὰ μεταμορφώσει τὰ πάντα, νὰ ὑψωθεῖ «ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν καὶ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς».

Ἡ ἀποστολὴ τοῦ Υἱοῦ συνιστᾶ τὴν ἔναρξη καὶ προσδιορίζει εἰδικότερα τὴ χριστιανικὴ Ἱεραποστολή. Τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἀπλῶς ἀναγγελία, ἀλλὰ γεγονός, τὸ κατεξοχὴν γεγονὸς τῆς παγκόσμιας ἱστορίας, ποὺ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὸ ἔσχατο τέλος, γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἐξελίξεως τοῦ κόσμου. Πρόκειται γιὰ πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, γιὰ τὴν ἀνάπλασή της μέσα στὴ ζωὴ ἀγάπης τῆς Ἁγίας Τριάδος. Καὶ αὐτὴ ἡ πρόσληψη ἐν ἀγάπῃ, ἡ συνεχὴς μεταφορὰ ζωῆς ἀγάπης, ἡ ἀναδημιουργία τῶν πάντων στὸ φῶς τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, συνεχίζεται μέσα στὸν χρόνο καὶ στὸν χῶρο μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀποφασιστικὸς γιὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ παραμένει ὁ σύνδεσμος «καθώς», ποὺ ὑπάρχει στὸ Ἰω. 20:21. Στὰ ἴχνη Μου ὀφείλετε νὰ βαδίσετε, τονίζει ὁ Χριστός, τὸ ὑπόδειγμά Μου νὰ μιμηθεῖτε. Τὸ Χριστολογικὸ δόγμα καθορίζει τὸν τρόπο τῆς συνεχιζόμενης ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἀποστολῆς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Τὸ οὐσιαστικὸ στὴν Ἱεραποστολὴ δὲν εἶναι ἐκεῖνο ποὺ κάποιος ἀναγγέλλει, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ζεῖ, αὐτὸ τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος εἶναι. Τὸ «ἐν Χριστῷ εἶναι» ἀποτελεῖ τὴν καρδιὰ τῆς Ἱεραποστολῆς. Καὶ ὁ ἄνθρωπος «γίνεται» μένοντας ἐν τῷ Χριστῷ. Αὐτὸς δὲ μὸνον ὁ ἄνθρωπος καρποφορεῖ. «Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» ( Ἰω.15:5).

Στὴν ἀποστολὴ τοῦ Υἱοῦ συμμετέχει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ ἐνανθρώπιση συντελεῖται, ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ Πιστεύω, «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου». Τὸ Πνεῦμα συνεργεῖ μὲ ὅ,τι καλύτερο ὑπάρχει στὸ ἀνθρώπινο γένος: τὴν Παναγία Παρθένο, ἡ ὁποία ἀνεπιφύλακτα καὶ χαρούμενα ὑποτάσσεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός, γιὰ τὴν πραγμάτωση τῆς ἀποστολῆς τοῦ Υἱοῦ. Τὸ Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς σφραγίζει στὸν Ἰορδάνη τὴν ἔναρξη τοῦ δημοσίου κηρύγματος τοῦ Υἱοῦ. Ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν καὶ ὡς βιαία πνοὴ συνιστᾶ τὴν Ἐκκλησία, μεταποιώντας τοὺς φοβισμένους μαθητὲς σὲ ἡρωικοὺς ἀποστόλους, πλήρεις θείου φωτισμοῦ, γνώσεως καὶ δυνάμεως∙ δημιουργεῖ τὴν Ἐκκλησία, μεταμορφώνοντας τὰ ἄτομα σὲ κοινότητα προσώπων, μία ἀνοικτὴ κοινωνία μὲ παγκόσμιες εὐθύνες. Τὸ Πνεῦμα ἀδιάκοπα ζωογονεῖ τὴν Ἐκκλησία καὶ κάθε μέλος της, μεταμορφώνοντάς το σὲ ζωντανὸ κύτταρο τοῦ μυστικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, κάνοντάς το ἱκανὸ νὰ μετέχει στὴ συνεχιζόμενη ἀποστολή Του γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Οἱ ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι πάντοτε προσωπικές∙ ἀπὸ τὸν Πατέρα διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐν τῷ Πνεύματι. Ἡ Τριαδικὴ πίστη καὶ σκέψη βρίσκεται στὸ βάθος τοῦ στοχασμοῦ καὶ τῶν ἐνεργειῶν μας. Ἡ Ἱεραποστολή, ὅπως καθετὶ στὴν ὀρθόδοξη ζωή, πραγματοποιεῖται «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Εἶναι μετοχὴ στὴ ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, οὐσιαστικὴ ἔκφραση τῆς ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας, κραυγὴ ἐν ἔργῳ, γιὰ τὴν πλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς,

«ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς». Ἡ Τριαδικὴ πίστη πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε παροῦσα στὸ βάθος τῶν ἱεραποστολικῶν μας σκέψεων καὶ ἐνεργειῶν.

 

2. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ διάσταση

Ἡ ἀνάπτυξη τῆς ὀρθόδοξης ἱεραποστολικῆς συνειδήσεως συμβάλλει στὴ βαθύτερη κατανόηση τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί, ἀντιστρόφως, ἡ βαθύτερη κατανόηση τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας ἐνδυναμώνει τὴν ὀρθόδοξη ἱεραποστολικὴ συνείδηση. Σὲ μία ἐποχή, ὄπου ὑπῆρχαν τόσοι ὅροι προσδιοριστικοὶ τῶν διαφόρων θρησκειακῶν κοινοτήτων καὶ ὁμάδων, οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ γιὰ νὰ καθορίσουν τὴν αὐτοσυνειδησία τους διάλεξαν τὴ λέξη «ἐκκλησία», ποὺ δήλωνε τὴ συνέλευση ὁλόκληρου τοῦ δήμου. Στὴ νέα πραγματικότητα, τὴ νέα ἐσχατολογικὴ «πόλη», ποὺ οἰκοδομήθηκε πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὸν κενὸ Τάφο τοῦ ἀναστάντος Κυρίου, ὁ καλῶν εἶναι ὁ Θεὸς καὶ «δῆμος» ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη. Πρόκειται γιὰ τὴν καθολικὴ «Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ». Ὅταν ἡ νέα κοινότητα, τὴν ὁποία συγκάλεσε ὁ ἐν Τριάδι Θεός, ἐπέλεγε ὡς αὐτοπροσδιορισμό της τὴ λέξη «ἐκκλησία» –σὲ ἐποχὴ μάλιστα, ὅπου δέσποζαν οἱ αὐτοκρατορίες καὶ βασιλεῖες–,ὑπογράμμιζε τὴν ὑπεύθυνη συμμετοχὴ ὅλων τῶν μελῶν της γιὰ τὴ ζωή, τὴν πορεία, τὴν ἐξέλιξή της.

Ἀνήκουμε στὴν «καθολικὴ Ἐκκλησία», ποὺ ἀγκαλιάζει τὰ πάντα, ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ὅλη τὴ ζωή, ὅλο «τὸ ἀνθρώπινο». Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι τονίζουμε τὴν παράδοση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ τὴν καθολικὴ Ἐκκλησία μιᾶς συγκεκριμένης πόλεως, νοεῖται «ἡ Ἐκκλησία», ἡ παροῦσα στὸ πλήρωμά της σὲ κάθε εὐχαριστιακὴ τοπικὴ σύναξη. Ὅπως ὁ Χριστὸς ὁλόκληρος εἶναι παρὼν στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία, τὸ μυστικὸ Σῶμα Του, εἶναι πλήρης στὴν τοπική, «καθολικὴ» Ἐκκλησία. Ἡ βασικὴ ὅμως αὐτὴ θέση δὲν καταργεῖ τὴν ἄλλη μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι ὁ ὁρίζοντας τῶν Ἀποστόλων ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὑπῆρξε ἡ οἰκουμένη ὁλόκληρη, ὅτι τὸ ἀποστολικὸ ὅραμα ἦταν ἡ μεταφορὰ τοῦ Εὐαγγελίου «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς», ἡ πρόσκληση ὅλων τῶν ἐθνῶν στὴν Ἐκκλησία. « Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. 28:19).

Συνεπῶς, καμμία τοπικὴ Ἐκκλησία δὲν δικαιοῦται νὰ νέμεται τὴ χριστιανικὴ παράδοση μόνη της, σὰν ἀποκλειστικὸ θησαυρό της. Βασικὸ χρέος τῆς κάθε τοπικῆς «καθολικῆς» Ἐκκλησίας παραμένει τὸ νὰ τὴ ζεῖ καὶ νὰ τὴν προσφέρει «καθολικά», εἰρηνικά, ἀποφασιστικά, μὲ προοπτικὴ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ἡ λέξη Ὀρθόδοξος ἦταν ἀρχικὰ ἐπίθετο: «ὀρθόδοξος καθολικὴ Ἐκκλησία»∙ ἀληθινὰ «καθολικὴ» Ἐκκλησία, μὲ ὀρθὴ δόξα, μὲ ὀρθὸ δόγμα καὶ μὲ τὶς δύο ἔννοιες ποὺ σημειώθηκαν προηγουμένως. Ἡ διπλῆ αὐτὴ ὄψη τῆς ἔννοιας τῆς καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀνάγκη νὰ κατανοηθεῖ βαθύτερα καὶ νὰ τονισθεῖ πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις.

Οἱ Ὀρθόδοξοι καλούμεθα νὰ βιώσουμε συνεπέστερα τὴν «ἀποστολικότητα» τῆς Ἐκκλησίας μας, ὄχι μόνον τονίζοντας τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, ἀλλὰ καὶ βιώνοντας τὴν ἀποστολικὴ δυναμικὴ καὶ αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας∙ τονώνοντας τὸ ἀποστολικὸ φρόνημα καὶ τὴν ἀποστολικὴ εὐθύνη ὅλων τῶν πιστῶν. Ὁμολογώντας ὅτι πιστεύουμε «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν», δηλώνουμε ταυτόχρονα τὸ χρέος μας καὶ ὑποσχόμαστε συμμετοχὴ στὴν ἀποστολή της. Ἐφόσον ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστὸς παρατεινόμενος στοὺς αἰῶνες, ὡς ζωντανὰ μέλη της ὀφείλουμε νὰ συνεχίσουμε τὸ σωτήριο ἔργο Του γιὰ τὴν ἀνάπλαση ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητος.

Κέντρο τῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς καὶ ἱεραποστολικῆς ζωῆς εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία, διὰ τῆς ὁποίας συσσωματούμεθα ἐν Χριστῷ. Μετέχοντας στὴ ζωή Του συμμετέχουμε στὴν ἀποστολή Του. Τὸ «μένειν» ἐν τῷ Χριστῷ ἐκφράζεται μὲ συνεχῆ πορεία στὰ ἴχνη Του. «Ὁ λέγων ἐν αὐτῷ μένειν ὀφείλει καθὼς ἐκεῖνος περιεπάτησεν, καὶ αὐτὸς οὕτως περιπατεῖν» (Α´ Ἰω. 2:6).

Ἡ ὀρθόδοξη Ἱεραποστολή, ἐσωτερικὴ ἤ ἐξωτερική, ἀπὸ τὴ φύση της εἶναι ἐκκλησιαστική. Δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ὡς ἀτομικὴ ἤ ὁμαδικὴ δραστηριότητα, ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι διακονοῦν σ᾽αὐτήν, τὴν Ἐκκλησία διακονοῦν, τὴν Ἐκκλησία εκπροσωποῦν, τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ μεταφυτεύουν. Κανεὶς δὲν σώζεται μόνος του∙ κανεὶς δὲν προσφέρει μόνος του τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία. Σώζεται μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ ὅ,τι μεταφέρει τὸ πράττει ἐξ ὀνόματός της.

 

3.Παγκόσμια, ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ

Μετέχοντας στὴν Ἱεραποστολὴ συμμετέχουμε σ’ ἕνα θεῖο σχέδιο, ποὺ βρίσκεται ἐν ἐξελίξει καὶ ἔχει παγκόσμιες διαστάσεις. Ἤδη κινούμεθα στὴν ἐσχατολογικὴ ἐποχή. Μὲ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ἔκχυσή Του στὸν κόσμο, μὲ τὴν συνεχῆ παρουσία Του, ἐγκαινιάσθηκε μία νέα κίνηση ἀναπλάσεως τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία ἀνυψώνει τὴν ἀνθρωπότητα καὶ μεταμορφώνει τὸ σύμπαν. Ἡ Ἱεραποστολὴ ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἔλευση τῆς Βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ… καὶ τότε ἤξει τὸ τέλος» (Ματθ. 24:14). Ἀλλὰ καὶ ἡ τελικὴ Κρίση εἶναι ἕνα παγκόσμιο γεγονός. «Καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ) πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. 25:32). Τὰ πάντα στὴν ἐσχατολογικὴ ἐποχὴ ἀφοροῦν ὅλη τὴν οἰκουμένη. Συγχρόνως βασικὸ στοιχεῖο τῆς Κρίσεως παραμένει ἡ ἔκπληξη, ἡ θραύση τῶν κοινῶς παραδεδεγμένων. Τόσο «οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες», ὅσο καὶ «οἱ τὰ φαῦλα πράξαντες» δὲν εἶχαν ποτὲ ὑπολογίσει ὅτι κριτήριο καὶ βάση τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κριτοῦ θὰ ἦταν ἡ ταύτιση τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς ταπεινοὺς καὶ τοὺς κατατρεγμένους τῆς γῆς. «Ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25:40). Ἡ συμπαράστασή μας στοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς πάσχοντες ὅλης τῆς γῆς εἶναι οὐσιαστικὰ συνάντηση μὲ τὸν δι᾿ ἡμᾶς παθόντα Κύριο. Αὐτὴ ἡ πλευρὰ κάνει τὴν χριστιανικὴ ἐσχατολογία ἀδιάκοπα ἐπαναστατική, ἱεραποστολικὴ καὶ ἐπίκαιρη.

Ὄχι μόνον ἡ βασανισμένη ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ ἡ κτίση ὁλόκληρη μετέχει μὲ τὴ χριστιανικὴ Ἱεραποστολὴ στὴν ἀποκατάσταση, ποὺ πραγματοποιήθηκε μὲ τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ ξαναβρίσκει (ἐφόσον ἡ κτίση περιέχει τὴν ἀνθρωπότητα) τὸν προορισμό της, δοξάζοντας τὸν Θεό. Ὅλος ὁ κόσμος, σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη σκέψη, ὁδηγεῖται σὲ μεταμόρφωση. Τὸ σύμπαν ὁλόκληρο ἔχει κληθεῖ νὰ εἰσέλθει στὴν Ἐκκλησία, νὰ γίνει Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ μεταβληθεῖ κατόπιν, στὴ συντέλεια τῶν αἰώνων, σὲ οὐράνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ κέντρο τοῦ σύμπαντος κόσμου, ὁ χῶρος ὅπου ἀποφασιστικὰ καθορίζεται ὁ προορισμός του» (Β. Λόσκυ).

Κάθε τι ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἔχει, τὸ ἔχει γιὰ χάρη τοῦ σύμπαντος κόσμου. Τὸ ἀκτινοβολεῖ καὶ τὸ προσφέρει μεταμορφώνοντας «τὰ πάντα». Ὅλος ὁ κόσμος, ὄχι μόνον τὸ ἀνθρώπινο, ἀλλὰ τὸ σύμπαν ὁλόκληρο μετέχει στὴν παλινόρθωση ποὺ ἔχει συντελεσθεῖ μὲ τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπαναυρίσκεται στὸν προορισμό του δοξάζοντας τὸν Θεό.

Μὲ τὴν ἰδέα ποὺ κυρίως ἀναπτύσσουν οἱ Ἕλληνες Πατέρες, ὅτι τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ὀφείλει νὰ συμπεριλάβει ὁλόκληρο τὸν κόσμο στὴν ἀνύψωσή του πρὸς τὸν προσωπικὸ Θεό, προσδιορίζεται ὁ ἰδιαίτερος σεβασμὸς ὄχι μόνο στὸ κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἀλλὰ σ᾽ ὅλη τὴν κτίση. Τὰ πάντα πρόκειται νὰ ἀνακεφαλαιωθοῦν ἐν Αὐτῷ ( Ἐφεσ. 1:10). Τὰ πάντα θὰ βροῦν τὸν λόγο τους, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, «τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς». Σ᾽ αὐτὸ τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ συμμετέχουμε ὅταν ἐργαζόμαστε ἱεραποστολικά. Τοῦτο τὸ ὅραμα μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ ὁποιαδήποτε κλειστή, ἀτομιστικὴ εὐσέβεια καὶ δίνει στὴν Ἱεραποστολὴ μία παγκόσμια, ἐσχατολογικὴ προοπτική.

 

ΙΙ

ΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Καὶ τί θὰ γίνει μὲ «τὰ ἐσωτερικὰ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας μας», αὐτὰ ποὺ διαπιστώνουμε γύρω μας, στὴ χώρα μας καὶ γενικὰ στὶς πατροπαράδοτα χριστιανικὲς χῶρες, τόσο στὴν Εὐρώπη, ὅσο καὶ στὴν Ἀμερική. Θὰ περιορισθοῦμε σὲ δύο διευκρινήσεις, ἐξηγώντας συνοπτικὰ πῶς ἐννοοῦμε τὴν Παγκόσμια Ὀρθόξη Ἱεραποστολὴ στὶς μέρες μας.

1. Δὲν ὑποστηρίζουμε μία ρομαντικὴ «ἐξωτερικὴ Ἱεραποστολή», ἀλλὰ ἀναφερόμαστε στὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας, στὴν παγκοσμιότητα καὶ τὴν πληρότητά της. Στὶς διάφορες ἀντιρρήσεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα σχετικὰ μὲ τὶς προτεραιότητες τῆς κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἡ καλύτερη καὶ ὁριστικὴ ἀπάντηση εἶναι ἡ τελευταία ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, αὐτὴ ποὺ ἔδωσε προτοῦ ἀφήσει τὴ γῆ, ὅπως μᾶς μεταδόθηκε ἀπὸ τὸν πρῶτο Ἕλληνα θεολόγο, τὸν ἀπόστολο καὶ εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ (Πράξ. 1:8): «… καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἒν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». Ἡ ἐντολὴ καλύπτει τὸ τοπικὸ καὶ τὸ παγκόσμιο. Στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει δίλημμα∙ δὲν ὑπάρχει διαζευτικὸ «ἢ … ἤ». Ἀναγκαῖα εἶναι καὶ τὰ δύο, «καὶ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνο». Καὶ ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἡ ἐξωτερικὴ Ἱεραποστολή.

Δὲν δικαιούμεθα νὰ περιοριστοῦμε στὰ ἐσωτερικά μας προβλήματα. Ὀφείλουμε νὰ ἐπεκτείνουμε τὸ ὅραμα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον μας πρὸς τὴν παγκόσμια κοινότητα ποὺ γεννιέται στὶς μέρες μας. Κανεὶς σήμερα δὲν εἶναι περισσότερο ρεαλιστὴς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ σκύβουν πάνω στὰ ἀνθρώπινα προβλήματα καὶ τὶς προκλήσεις, τὸν ἀνθρώπινο προορισμό, ποὺ ἐργάζονται γιὰ τὴν ἐλευθερία, τὴν ἀξιοπρέπεια, τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, μὲ μία παγκόσμια προοπτικὴ στὴ σκέψη καὶ τὴν ἀγάπη τους. Σύνολη ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ μεταδίδει τὸ Εὐαγγέλιο στὸν κόσμο ὁλόκληρο, στοὺς ἐγγὺς καὶ τοὺς μακράν, καὶ νὰ ἐκδηλώνει ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ὅλο ἄνθρωπο, γιὰ κάθε ἔκφραση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Καιρὸς νὰ μάθουμε νὰ ἐνεργοῦμε στὸ πλαίσιο τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, διατηρώντας μία παγκόσμια καὶ ἐσχατολογικὴ προοπτική.

2. Ἡ κάθε τοπικὴ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, ἐφόσον συμμετέχει στὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλει νὰ συμμετέχει στὸν πόνο καὶ τοὺς ἀγῶνες τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, σ᾽ ὅλα τὰ πλάτη καὶ τὰ μήκη τῆς γῆς. Βεβαίως, μία τοπικὴ Ἐκκλησία παρουσιάζει τὰ δικά της χαρακτηριστικά∙ καὶ μὲ αὐτά ἀκριβῶς τὰ ἰδιαίτερα χαραχτηριστικά της καλεῖται νὰ δοξάζει τὸν Θεὸ καὶ νὰ δίνει τὴν μαρτυρία της. Συγχρόνως ὅμως, ἀποτελεῖ ἀνάγκη καὶ καθῆκον γιὰ κάθε ἐπαρχία καὶ ἐνορία, νὰ βιώνει τὴν παγκοσμιότητα, ὅσο καὶ τὴν τοπικότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ εἶναι αὐθεντικὰ «καθολική», ὀφείλει νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ τὶς περισσότερο στερημένες χῶρες, γιὰ τὶς περιοχὲς ὅπου οἱ ἄνθρωποι πεινοῦν γιὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἡ χριστιανικὴ παρουσία εἶναι ἀντιληπτὴ ἢ ἐντελῶς ἀνύπαρκτη. Ἑκατομμύρια ἄνθρωποι περιμένουν ἀκόμα ν᾽ ἀκούσουν τὸ Εὐαγγέλιο.

Τονίζοντας τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε χώρα εἶναι χῶρος Ἱεραποστολῆς, ὀρθῶς περιλαμβάνουμε σ᾽ αὐτὲς καὶ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα μας. Ὅμως, ἡ σκέψη ὅτι δὲν ὑπάρχει τώρα πιὰ ἀνάγκη «ἐξωτερικῆς Ἱεραποστολῆς», ὅτι ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία εἶναι ὑπεύθυνη μονάχα γιὰ τὴν δικὴ της δικαιοδοσία, εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνη. Ὁσάκις μία ἐπισκοπὴ ἤ ἐνορία ἀπορροφᾶται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὰ δικά της ἐνδιαφέροντα, ἐπέρχεται πνευματικὸς μαρασμός. Ὅποιος κλείνεται στὸν ἑαυτό του καὶ ἀπομονώνεται, χάνει τὸν ἑαυτό του. Πρόκειται γιὰ ἕνα νόμο πνευματικό, ποὺ ἰσχύει γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἀτόμου, τῆς κοινότητος, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς μικρότερες ἤ μεγαλύτερες ἑνότητες, εἴτε κράτος εἶναι αὐτὲς εἴτε ἔθνος ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Ἡ μέριμνα καὶ ἡ ἄσκηση τῆς Ἱεραποστολῆς εἶναι μία ἐσωτερικὴ ἀνάγκη γιὰ τοὺς πιστοὺς καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἂν τὴν ἀρνηθοῦμε, δὲν ἀρνούμεθα ἁπλῶς μιὰ ὑποχρέωση. Ἀρνούμεθα τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό. Μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, κινητοποιώντας τὴν ἀγάπη τῶν δικῶν Του ἀνθρώπων, ἐπεκτείνεται ἀδιάκοπα∙ μὲ προοπτικὴ τὴ μεταμόρφωση τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Ὑποκατηγορίες

Previous MonthNext Month
Ὀκτώβριος 2019
Κυρ Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ
13
Ημερομηνία : 13/10/2019
20
Ημερομηνία : 20/10/2019
Previous MonthNext Month
Ὀκτώβριος 2019
Κυρ Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ

Ἐπὶ τὰς πηγάς /
Zu den Quellen

Schriftlesung am Sonntag


06.10.2019: Dritter Lukassonntag

Schriftlesungsarchiv

Ἡ συμβολή σας


Μέ τήν ἱστορική γιά τόν Ἑλληνισμό στήν Αὐστρία σημασία καί τή πλούσια δραστηριότητα στό φιλαν-θρωπικό, ἀνθρωπιστικό καί πολιτιστικό ἐπίπεδο, ἡ Μη- τρόπολη Αὐστρίας στρέφε- ται σέ ἐσᾶς ἀναζητώντας ἐνίσχυση στό ἔργο της. 

Ἐνημερωθεῖτε!

Ὁ Θεός νά σᾶς εὐλογεῖ

Innsbruck καὶ Kufstein

Δεν υπάρχει προσεχές εκδήλωση

St. Andrä am Zicksee

Δεν υπάρχει προσεχές εκδήλωση

Βιντεοθήκη


Εἰσηγήσεις


Βιβλιοθήκη


Legetøj og BørnetøjTurtle