Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν Αὐστρίας, Βιέννη, 8 Ὀκτωβρίου 2026
«Δεσμευόμαστε νὰ ἀλλάξουμε τὴν κατανόησή μας γιὰ τὴν κτίση, περνώντας ἀπὸ τὴ νοοτροπία τῆς κτήσεως στὴ θεωρία καὶ ἀναγνωρίζοντας τὴν πλήρη ἐξάρτησή μας ἀπὸ τὸν κτιστὸ κόσμο».
Τὸν λόγο αὐτὸ τῆς Charta Oecumenica θὰ μποροῦσε κανεὶς ἀρχικὰ νὰ τὸν ἐκλάβει ὡς ἀκόμη μία ἔκκληση γιὰ οἰκολογικὴ εὐθύνη. Πιστεύω ὅμως ὅτι μᾶς προσκαλεῖ σὲ κάτι βαθύτερο. Δὲν πρόκειται μόνο γιὰ μία ἀλλαγὴ τῆς συμπεριφορᾶς μας ἀπέναντι στὴν κτίση. Πρόκειται γιὰ μία ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε μέσα σὲ αὐτὴν καὶ κατανοοῦμε τὸν ἑαυτό μας μέσα της. Πρόκειται γιὰ μία μεταστροφὴ τοῦ βλέμματος: ἀπὸ τὴν κτήση στὴ θεωρία, ἀπὸ τὴν οἰκειοποίηση στὴν πνευματικὴ θέαση, ἀπὸ τὴν κυριαρχία στὴ σχέση.
Ἀκριβῶς ἐδῶ βρίσκεται ἴσως μία ἀπὸ τὶς βαθύτερες πνευματικὲς ρίζες τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως. Διότι ἡ κρίση τῆς κτίσεως δὲν εἶναι μόνο κρίση τῶν πράξεών μας. Εἶναι καὶ κρίση τοῦ βλέμματός μας. Προτοῦ ἐκμεταλλευθοῦμε τὸν κόσμο, ἔχουμε μάθει νὰ τὸν βλέπουμε ὡς κάτι ποὺ προσφέρεται πρὸς ἐκμετάλλευση. Προτοῦ τὸν καταναλώσουμε, τὸν ἔχουμε ἤδη μετατρέψει μέσα μας σὲ «πόρο».
Ἡ οἰκολογικὴ κρίση φανερώνει ἑπομένως ταυτόχρονα μία πνευματικὴ κρίση: τὴν αὐξανόμενη ἀδυναμία μας νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸν κόσμο ὡς κάτι περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι μπορεῖ νὰ μᾶς προσφέρει. Αὐτὸ τὸ περιορισμένο βλέμμα βρίσκεται σὲ ὀξεία ἀντίθεση μὲ τὴ βιβλικὴ θεώρηση τοῦ κόσμου.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ ξεκινᾶ ἀπὸ μία ἀκριβῶς ἀντίθετη προοπτική: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Ὁ πρῶτος λόγος τῆς πίστεώς μας γιὰ τὸν κόσμο δὲν εἶναι «κτήση», ἀλλὰ «κτίση». Πρὶν ἐμφανισθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος ὑπάρχει ἤδη. Πρὶν ἐνεργήσουμε, ἔχουμε λάβει. Πρὶν ἀποκτήσουμε κάτι, κάτι μᾶς ἔχει ἤδη δοθεῖ. Πρὶν μπορέσουμε νὰ ποῦμε «δικό μου», ὑπάρχει ἕνα ἀρχέγονο «δικό Σου», ἕνα «δικό Σου» ποὺ παραπέμπει στὸν Δημιουργό. Ὁ κόσμος, λοιπόν, δὲν ἀρχίζει ἀπὸ ἐμᾶς. Οὔτε βρίσκει σὲ ἐμᾶς τὸ ἔσχατο νόημά του. Ἐδῶ ἴσως ἔγκειται μία πρώτη πνευματικὴ ἄσκηση ταπεινώσεως, ποὺ ζητεῖται σήμερα ἀπὸ ἐμᾶς: νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι ὁ κόσμος μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καὶ χωρὶς ἐμᾶς καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀποκλειστικὰ γιὰ ἐμᾶς. Ἡ ἀναγνώριση τοῦ κόσμου ὡς δωρεᾶς ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν ἀναγνώριση τῆς ἐξαρτήσεώς μας. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης, ἀλλὰ ὁ οἰκονόμος.
Ἡ Charta Oecumenica ὅμως προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο. Μᾶς καλεῖ «νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν πλήρη ἐξάρτησή μας ἀπὸ τὸν κτιστὸ κόσμο». Ἡ λέξη «ἐξάρτηση» δὲν εἶναι εὔκολη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο. Ὁ πολιτισμός μας συνδέει τὴν ἐλευθερία κατὰ κύριο λόγο μὲ τὴν αὐτονομία, τὴν αὐτάρκεια καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ μὴ χρειαζόμαστε, ὅσο εἶναι δυνατόν, κανέναν καὶ τίποτα. Ἡ χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία ὅμως ξεκινᾶ ἀπὸ μία ἄλλη ἀλήθεια: ὑπάρχω, ἐπειδὴ λαμβάνω. Δὲν ἔδωσα ἐγὼ στὸν ἑαυτό μου τὴ ζωή. Δὲν δημιούργησα οὔτε τὸ νερὸ ποὺ πίνω, οὔτε τὴ γῆ ποὺ μὲ τρέφει, οὔτε τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέω. Ἀκόμη καὶ ἡ ἀνάσα ποὺ παίρνουμε αὐτὴ τὴ στιγμὴ εἶναι ἔκφραση μιᾶς θεμελιώδους ἐξαρτήσεως. Αὐτὸ δὲν μειώνει τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντιθέτως, μᾶς δείχνει τί εἴμαστε στὴν πραγματικότητα: ὄντα σχέσεως.
Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἕνα αὐτάρκες ὑποκείμενο ποὺ στέκεται ἀπέναντι σὲ μία ἐξωτερικὴ «φύση». Εἶναι καὶ ὁ ἴδιος κτίσμα ἀνάμεσα στὰ κτίσματα. Ἡ βιβλικὴ γλώσσα τὸ ἐκφράζει εὔστοχα: ὁ Ἀδὰμ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀδαμά, ἀπὸ τὴ γῆ. Ὁ ἄνθρωπος φέρει μέσα του τὴ γῆ. Ταυτόχρονα, αὐτὸς ὁ πλασμένος ἀπὸ χῶμα ἄνθρωπος δέχεται τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ. Γῆ καὶ πνοή, ὕλη καὶ πνεῦμα, κτιστότητα καὶ κλήση σὲ κοινωνία μὲ τὸν ἄκτιστο Θεὸ συναντῶνται στὸν ἄνθρωπο. Σὲ αὐτὸ ἔγκειται τὸ μυστήριο τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως.
Γι᾽ αὐτὸ ἡ χριστιανικὴ πνευματικότητα δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ σημαίνει φυγὴ ἀπὸ τὸν ὑλικὸ κόσμο. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς σώζει βγάζοντάς μας ἔξω ἀπὸ τὴν κτίση. Μᾶς σώζει μέσα στὴν κτίση. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Τὸ νερὸ γίνεται στοιχεῖο τοῦ Βαπτίσματος, τὸ ἔλαιο φορέας τῆς εὐλογίας, ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος προσφέρονται στὴ Θεία Εὐχαριστία. Ἡ ὕλη δὲν ἀπορρίπτεται. Προσλαμβάνεται, ἁγιάζεται καὶ γίνεται τόπος κοινωνίας.
Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ χριστιανικὴ θεωρία τῆς κτίσεως δὲν εἶναι ρομαντικὸς θαυμασμὸς τῆς φύσεως. Ἀντιθέτως, ἀποβλέπει σὲ μία εὐχαριστιακὴ θέαση τῆς κτίσεως.