Λόγος εἰς τὰ ἐγκαίνια τοῦ Ἱεροῦ Μοναστηριακοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Βαρθολομαίου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Σκέπης καὶ Ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου ἐν Sankt Andrä am Zicksee
Μητροπολίτου Αὐστρίας
Ὑπερτίμου καὶ Ἐξάρχου Οὑγγαρίας καὶ Μεσευρώπης
κ. Ἀρσενίου
«Ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων» (Ἀποκ. 21,3).
Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, Σεβαστοὶ Πατέρες, εὐλαβεῖς, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ προσκυνητές,
Πεντηκοστὴν ἑορτάζομε σήμερα καὶ Πνεύματος ἐπιδημία στὸν τόπο τοῦτο. Ὁ χῶρος προσφέρεται στὸν Ἀχώρητο, ἡ ὑλικὴ κατασκευὴ παραδίδεται στὴ θεία Χάρη, τὸ ἔργο τῶν ἀνθρωπίνων χειρῶν καθίσταται δοχεῖον θείας παρουσίας.
Σήμερα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ προσεύχεται γιὰ τὸν ἐγκαινισμὸ Ἱεροῦ Θυσιαστηρίου ὅπου συναντᾶται ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ· ἐδῶ ἀνοίγεται ἡ θύρα πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Τὸ ἴδιο μυστηριακὸ δέος ‒ ἂν καὶ πρόκειται γιὰ ἀσύγκριτα μεγέθη ‒ ἐβίωσε πάλαι ποτὲ ὁ σοφὸς Σολομὼν ὅταν ἐγκαινιάζων τὸν Ναὸν τῶν Ἰεροσολύμων διεπίστωσε τὸ παράδοξο καὶ ἀνέκραξε: «Εἰ ἀληθῶς κατοικήσει ὁ Θεὸς μετὰ ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς;» (Γ΄ Βασ 8, 27 / Β΄ Παραλ 6, 18). Πῶς Ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον οὐδὲ οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν χωροῦν, καταδέχεται νὰ κατοικήσει σὲ οἰκοδόμημα ἀνθρωπίνων χειρῶν; Καὶ ὅμως, ἐδῶ ἀκριβῶς φανερώνεται τὸ θαῦμα τῆς θείας συγκαταβάσεως.
Τὸ μέγα τοῦτο παράδοξον ἄρχεται ἐντὸς τῆς ἀχράντου μήτρας τῆς Θεοτόκου καὶ συνεχίζεται μυστηριακῶς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ἡ Παναγία ἔγινε ἡ ἔμψυχος Κιβωτὸς ἡ χωρήσασα τὸν Ἀχώρητον, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ κάθε Ἱερὸς Ναὸς γίνεται μικρὸς οὐρανὸς ἐπὶ γῆς, τόπος ὅπου ὁ Θεὸς συναντᾷ τὸ πλάσμα Του καὶ τὸ πλάσμα Του ἀναγνωρίζει ἐκ νέου τὸν Δημιουργό του. Ὁ Ἄκτιστος προσλαμβάνει τὸ κτιστόν, ὁ Ἄχρονος εἰσέρχεται στὸν χρόνο, ὁ Ἀχώρητος γίνεται χωρητός, ὁ ἀόρατος Θεὸς γίνεται ὁρατὸς ἐν Χριστῷ. Ἱερὸ ρῖγος αἰσθανόμεθα ὅταν διαπιστώνομε ὅτι ὁ Ἱερὸς Ναὸς εἶναι εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ τὸ «νῦν» τῆς ἱστορίας συναντᾷ τὸ «ἀεί» τοῦ Θεοῦ, ὁ χρόνος ἀνοίγεται στὴν αἰωνιότητα, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀκούει μέσα στὸ βάθος τῆς καρδίας του τὴν πρώτη καὶ ἐσχάτη κλήση του: νὰ γίνει «κοινωνὸς θείας φύσεως»(Β΄ Πέτρ 1, 4).
Ἐγκαινιάζεται σήμερα τὸ Καθολικό, ὁ κεντρικὸς Ἱερὸς Ναὸς τῆς Μονῆς μας τῆς ἀφιερωμένης στὴν Ἁγία Σκέπη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἡ Σκέπη της ἁπλώνεται στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὡς μητρικὴ στοργή, προστασία καὶ παραμυθία ἐπάνω ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν Δημιουργία. Κάτω ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σκέπη της χωρεῖ ὁ πόνος τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀγωνία, ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐλπίδα του.Ἡ Ἱερὰ Μονή μας φέρει τὸ ὄνομά Της καὶ ἔχει προορισμὸ νὰ εἶναι μία προστατευτικὴ σκέπη γιὰ τὸν κουρασμένο, τὸν πληγωμένο, γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἀναζητεῖ λίγη σιωπὴ γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἀκούσει ἐκ νέου τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ.
Στὴν πνευματικὴ φυσιογνωμία τῆς Μονῆς λάμπει καὶ ἡ μορφὴ τοῦ Ἁγίου Παϊσίου. Ἡ ζωή του ὑπενθυμίζει στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο ὅτι ἡ μεγάλη δύναμη τῆς Ἐκκλησίας κρύβεται στὴν καθαρὴ καρδία, στὴν ταπείνωση, στὴ διάκριση, στὴν προσευχή. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ἔδειξε μὲ τὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη τὶ μπορεῖ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος ὅταν παραχωρήσει στὸν Θεὸ τὸ κέντρο τῆς καρδίας του.
Ὁ ἐγκαινιζόμενος Ἱερὸς Ναὸς στὴ Μονὴ Ἁγίας Σκέπης καὶ Ἁγίου Παϊσίου μᾶς γεμίζει ἱερὴ χαρά.Ἡ λέξη «ἐγκαίνια» ἀπὸ μόνη της ἀναγγέλλει τὸ «καινό», τὸ νέο. Σήμερα ὁ συνήθης χῶρος γίνεται «καινός», ἡ Ἁγία Τράπεζα καθαγιάζεται, ὁ Ναὸς παραδίδεται στὴν λατρεία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Μαζὶ μὲ τὴν ἀνακαίνιση ὅμως τοῦ χώρου, ὅλοι ἐμεῖς προσκαλούμεθα νὰ γίνωμε ἀνακαινισμένοι, νέοι ἄνθρωποι, ἀνανεώνοντες συνεχῶς τὴν καθαρότητα τοῦ ἐνδύματος ποὺ δεχθήκαμε κατὰ τὸ Βάπτισμα. Τὰ ἐγκαίνια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ εἶναι μεγίστη εὐκαιρία γιὰ νὰ συντελεσθεῖ βαθύτερος ἀνακαινισμὸς στὸ κρυπτὸ θυσιαστήριο τῆς καρδίας ὅλων ἡμῶν τῶν πιστῶν. Ὁ καθαγιασμὸς τῶν λίθων συστοιχεῖ μὲ τὸν καθαγιασμὸ τῶν λογισμῶν· τὸ Ἅγιο Μύρο ποὺ εὐωδιάζει ἐπὶ τοῦ Θυσιαστηρίου ὑπενθυμίζει τὴν εὐωδία τῆς ζωῆς τῆς μεταμορφωμένης ἀπὸ τὴν θεία Χάρη. «Οὐκ οἴδατε», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;» (Α΄ Κορ 3, 16). Ὁ Θεὸς εὐαρεστεῖται νὰ ἐγκαινίζει τὸν κάθε ἄνθρωπο, ὥστε νὰ γίνει κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθαγιάζοντας καὶ τὴν καρδία του ὡς Ἱερὸ Θυσιαστήριο τῆς Ἀγάπης.
Ὡς ζωντανὴ πνευματικὴ ὀντότητα, ἔχει καὶ ὁ Ἱερὸς Ναὸς «καρδία» τὴν Ἁγία Τράπεζα· εἶναι ὁ θρόνος τοῦ Βασιλέως τῶν ὅλων, τὸ θυσιαστήριο τῆς προσφορᾶς τῶν θείων Δώρων, ὁ Γολγοθᾶς τῆς Σταυρώσεως, ὁ ζωηφόρος Τάφος καὶ ἡ πηγὴ τῆς Ἀναστάσεως. Ἐπ᾿ αὐτῆς τελεῖται τὸ Μυστήριον τῆς Θείας Ευχαριστίας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ προσφέρων καὶ ὁ προσφερόμενος, ὁ θύων καὶ ὁ θυόμενος, ὁ Ἀμνὸς καὶ ὁ Ἀρχιερεύς, ἡ Θυσία καὶ ἡ Ζωή. Ὅταν ἀκούγεται τὸ «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα», τότε ὁλόκληρη ἡ κτίση ἐπιστρέφει εὐχαριστιακῶς πρὸς τὸν Δημιουργό της. Τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί, καρποὶ τῆς γῆς καὶ τοῦ ἀνθρωπίνου μόχθου, προσφέρονται στὸν Θεὸ καὶ ἐπιστρέφουν στὸν ἄνθρωπον ὡς Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ὡς πρόγευση καὶ ἀρραβῶνας τῆς αἰωνίου Ζωῆς.
Κατὰ τὴν ἱερὰν ἀκολουθία τῶν Ἐγκαινίων τοποθετοῦνται ἐπίσης ἐντὸς τῆς Ἁγίας Τραπέζης λείψανα Ἁγίων Μαρτύρων ποὺ μὲ τὸ αἷμα καὶ τοὺς ἀγῶνες των στόλισαν τὴν Ἐκκλησία. Κάτω ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριο ἀναπαύεται ἡ μαρτυρία ἐκείνων που προσέφεραν τὸ αἷμα των ἀποδεικνύοντας τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴν θεϊκὴ Θυσία καὶ στὴν Ἀνάσταση ὅπως περιγράφεται στὸ Ἱερὸ Βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως : «Εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν ἣν εἶχον» (Ἀποκ 6, 9). Κατὰ τὴν τέλεση τοῦ Ἱεροῦ Μυστηρίου, τὸ αἷμα τοῦ Μάρτυρος συναντᾷ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἱστορία μεταμορφώνεται σὲ Εὐχαριστία.
Ὁ νέος Ἱερὸς Ναὸς τῆς Μονῆς μας παραδίδεται στὴν χάρη καὶ στὴν προστασία τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου καὶ Μάρτυρος Βαρθολομαίου.
Ὁ Ἅγιος Βαρθολομαῖος ἀνήκει σʹ ἐκείνους ποὺ ἤκουσαν τὸ κάλεσμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπήντησαν μὲ τὴν ζωή των, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη…» (Μτθ 28, 19), καὶ «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες… ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. 1, 8). Οἱ Ἀπόστολοι παρέλαβαν τὴν ἀληθινὴ Ζωὴ καὶ τὴν μετέφεραν ἕως τῶν περάτων τῆς οἰκουμένης ὡς ὁδοιπόροι τοῦ Εὐαγγελίου, σπορεῖς ἐλπίδος, μάρτυρες τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ Ἀναστάντος Κυρίου. Διὰ πρεσβειῶν τοῦ προστάτου του Ἀποστόλου ὁ ἐγκαινιαζόμενος Ἱερὸς Ναὸς θὰ εἶναι πάντοτε ἀφετηρία γιὰ πορεία ἀπὸ τὰ ἱερὰ κείμενα καὶ τὴν προσευχὴ στὶς πράξεις προσφορᾶς, ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριο καὶ τὰ ἱερὰ Μυστήρια πρὸς τὸν κόσμο, ὥστε ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως νὰ γεμίσει τὶς καρδίες τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ σημερινὴ χαρά μας προσλαμβάνει ἰδιαιτέρως συγκινητικὴ διάσταση καθὼς ὁ Ναὸς ποὺ φέρει τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Βαρθολομαίου συνδέεται μὲ τὸ σεπτὸ πρόσωπο τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, τοῦ κτήτορος τοῦ Ἱεροῦ τούτου Καθολικοῦ. Ἡ κτητορικὴ προσφορά Του γίνεται πράξη πατρικῆς μερίμνης καὶ παρακαταθήκη πνευματική, καθὼς γενεὲς ἀνθρώπων θὰ μονάσουν, θὰ γονατίσουν ἐδῶ καὶ θὰ ψιθυρίσουν τὸ δικό τους «Κύριε, ἐλέησον».
Στὸ πρόσωπο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἡ πατρικὴ εὐθύνη συναντᾷ τὴ μακραίωνη παράδοση τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ τὴ μέριμνα γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν καὶ τὴ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας. Γι᾿ αὐτὸ σήμερα ἡ εὐγνωμοσύνη μας πρὸς τὴν Αὐτοῦ Θειοτάτην Παναγιότητα γίνεται εὐχαριστία τέκνων πρὸς πατέρα. Τὸν εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴν κτητορικὴ προσφορά, τὴν πατρικὴ εὐλογία, τὴν ἐμπιστοσύνη καὶ τὴν πνευματικὴ μέριμνα, καὶ εὐχόμεθα ὁ Κύριος τῆς Ἐκκλησίας νὰ χαρίζει εἰς Αὐτὸν ἔτη πολλά, ὑγιεινά, εἰρηνικὰ καὶ θεοφρούρητα.
Ἡ Ἐκκλησία χαίρεται σήμερα καὶ γιὰ τὴν ἀδελφότητα ποὺ θὰ δίδει πνοὴ στὰ κτίσματα αὐτὰ μὲ τὴ ζωή της. Σήμερα καθαγιάζεται ὁ Ἱερὸς Ναός· ἀπὸ αὔριο ἄρχεται ἡ σιωπηλὴ καθημερινότης τῆς διακονίας των Μοναχῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.
Θὰ ἀνάπτονται τὰ κανδήλια, θὰ σημαίνει ἡ καμπάνα, θὰ διαβάζεται τὸ ψαλτήριον, θὰ τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία, ἐπὶ τοῦ Θυσιαστηρίου θὰ μνημονεύονται ὀνόματα καὶ ἐν μέσῳ τῆς νυκτὸς θὰ παραμένουν ἄγρυπνοι Μοναχοὶ προσευχόμενοι. Ἀποστολή των εἶναι νὰ φυλάσσουν ἄσβεστη τὴν λυχνία τῆς προσευχῆς δεόμενοι καὶ ὑπὲρ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔπαυσαν νὰ γνωρίζουν πῶς νὰ προσεύχωνται.
Οἱ Μοναχοὶ καλοῦνται νὰ γίνουν φύλακες τῆς ἱερᾶς παρακαταθήκης καὶ συγχρόνως ζωντανὲς πέτρες τοῦ πνευματικοῦ οἰκοδομήματος. Ἡ ὑπακοὴ νὰ γίνεται ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸ ἴδιο θέλημα, ἡ ἀκτημοσύνη πλοῦτος καρδίας, ἡ σωφροσύνη καθαρότητα βλέμματος, ἡ κοινὴ ζωὴ σχολεῖο ἀγάπης. Ἡ Ἀδελφότητα καθημερινὰ θὰ μαθαίνει νὰ χάνει τὸ «ἐγώ», γιὰ νὰ γεννιέται ἀνάμεσά τους τὸ «ἡμεῖς» τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐδῶ, στὸ Sankt Andrä am Zicksee, στὴν αὐστριακὴ γῆ, στὴν καρδιὰ τῆς Εὐρώπης, σὲ μία ἐποχὴ ταχύτητας καὶ θορύβου, ἡ Μονὴ καλεῖται νὰ προσφέρει τὴ γαλήνη τῆς σιωπῆς· μέσα στὴ διάσπαση, τὴν ἑνότητα τῆς προσευχῆς· μέσα στὴ μοναξιά, τὴ μνήμη τῆς αἰωνιότητος μέσα στὸ σήμερα. Ἴσως ἡ σιωπὴ ἑνὸς μοναστηριοῦ νὰ μπορεῖ νὰ πεῖ περισσότερα ἀπὸ πολλοὺς λόγους στὸ σύγχρονο ἄνθρωπο ποὺ ἐνῷ περιβάλλεται ἀπὸ πληροφορίες ἀναζητεῖ νόημα, καὶ ἐνῷ διαθέτει ἀμέτρητους τρόπους ἐπικοινωνίας διψᾷ γιὰ ἀληθινὴ σχέση.
Ἡ Ἱερὰ αὐτὴ Μονὴ ἐρρίζωσε σιγὰ-σιγὰ μέσα στὴ ζωὴ τοῦ Sankt Andrä am Zicksee, ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους ποὺ τὴν ὑποδέχθηκαν, τὴ γνώρισαν καὶ τὴν πλησίασαν. Πρὸς αὐτοὺς στρέφεται σήμερα ἡ εὐγνωμοσύνη μας· πρὸς τοὺς κατοίκους, πρὸς τὴν τοπικὴ κοινωνία, πρὸς ὅλους ὅσοι μὲ τὴ συνεργασία, τὴν κατανόηση καὶ τὴν ἀνοιχτὴ καρδιά τους βοήθησαν αὐτὴν τὴν ρίζα νὰ βλαστήσει. Ἡ καλύτερη ἀνταπόδοση γιὰ τὴ φιλοξενία τους θὰ εἶναι ἡ Μονὴ νὰ τοὺς χωρεῖ πάντοτε στὴν προσευχή της· τὶς χαρές τους νὰ τὶς κάνει δοξολογία, τὶς δοκιμασίες τους δέηση καὶ τὰ ὀνόματά τους μνήμη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Μὲ ἰδιαίτερη εὐγνωμοσύνη μνημονεύομε σήμερα τὴν προσφορὰ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ἐπισκοπῆς Eisenstadt. Ἡ παραχώρηση γῆς γιὰ τὴ δημιουργία τῆς πρώτης Ὀρθοδόξου Μονῆς στὴν Αὐστρία ἀποτελεῖ μία πράξη ποὺ ἔχει πλέον τὴ θέση της στὴν ἱστορία τοῦ τόπου. Ἡ γῆ αὐτὴ ἀποκτᾷ μία δεύτερη καρποφορία γίνεται μνήμη, δεσμός, εὐλογία.
Ἡ εὐγνωμοσύνη μας στρέφεται μὲ ἰδιαίτερο σεβασμὸ πρὸς τὸν Σεβασμιώτατο Ἐπίσκοπο Eisenstadt κ. Ägidius Zsifkovics, τοῦ ὁποίου ἡ συμβολὴ στὴ γένεση καὶ στὴν πορεία τοῦ ἔργου αὐτοῦ ὑπῆρξε καθοριστική. Ἡ σχέση ποὺ καλλιεργήθηκε μέσα στὰ χρόνια φανερώνει πόσο γόνιμη μπορεῖ νὰ γίνει ἡ προσωπικὴ συνάντηση, ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ ἐμπιστοσύνη, εἰλικρίνεια καὶ ἀμοιβαῖο σεβασμό.
Ἔχει ξεχωριστὴ ὀμορφιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν στὸ Sankt Andrä, σὲ ἕναν τόπο ποὺ φέρει τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου. Ὁ Πρωτόκλητος Ἀπόστολος συνδέεται κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως· καὶ ἐδῶ, σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο, ἡ Ὀρθόδοξη μοναστικὴ ζωή βρῆκε γῆ γιὰ νὰ ριζώσει. Ἡ σχέση αὐτὴ καλεῖ ὅλους νὰ συνδέουν τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν ἀγάπη. Πάνω ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη προσπάθεια παραμένει ὡς προσευχὴ καὶ ὡς ἐλπίδα ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν»(Ἰω 17, 25).
Ἀδελφοί μου, ἀτενίζοντας σήμερα τὸν νέο αὐτὸν Ναὸ ἂς δοῦμε μέσα του τὴν εἰκόνα τῆς δικῆς μας ζωῆς. Ἔχει θεμέλια, καὶ θεμέλιό μας εἶναι ὁ Χριστός. Ἔχει θύρα, καὶ ἡ θύρα εἶναι ὁ Χριστός. Ἔχει φῶς, καὶ τὸ Φῶς τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Χριστός. Ἔχει Θυσιαστήριο, καὶ ἡ ζωή μας καλεῖται νὰ γίνει προσφορά. Ἔχει εἰκόνες Ἁγίων, διότι ὁ προορισμός μας εἶναι ἡ ἁγιότητα. Ὑψώνεται πρὸς τὰ ἄνω, διότι «οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν»(Ἑβρ 13, 14). Στὸ κέντρο του βρίσκεται ἡ Ἁγία Τράπεζα, ὅπως στὸ κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ καλεῖται νὰ βρίσκεται ὁ Χριστός.
Σήμερα ἑορτάζομε μία ἀρχή. Οἱ κόποι ἐκείνων ποὺ ἐργάσθηκαν, προσέφεραν, ἔκτισαν, ἀγωνίσθηκαν καὶ προσευχήθηκαν φθάνουν σὲ μία ἱερὴ κορύφωση. Ἀπὸ σήμερα ὅμως ἀρχίζει μία ἄλλη οἰκοδομή, ἀθέατη καὶ βαθύτερη: ἡ οἰκοδομὴ τῶν ψυχῶν. Τὸ ἀληθινὸ μεγαλεῖο ἑνὸς ναοῦ θὰ φανερώνεται κάθε φορὰ ποὺ μία καρδιὰ θὰ ἐπιστρέφει στὸν Θεό, ποὺ ἕνας πληγωμένος θὰ βρίσκει παραμυθία, ποὺ ἕνας ἁμαρτωλὸς θὰ γονατίζει μὲ δάκρυα καὶ θὰ σηκώνεται μὲ ἐλπίδα.
Στὸ τέλος τῆς Ἀποκαλύψεως ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου λέγει: «Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα»(Ἀποκ 21, 5). Αὐτὸ εἶναι τὸ βαθύτερο μήνυμα τῶν σημερινῶν Ἐγκαινίων. Ὁ Χριστὸς κάνει τὰ πάντα καινά. Ἀνακαινίζει τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, διὰ τῆς μετανοίας, ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν πόνο, κάνει δρόμο πρὸς τὴν ἀπάθεια καὶ μεταβάλλει τὸν θάνατο σὲ πέρασμα πρὸς τὴ Ζωή. Γι᾿ αὐτὸ σήμερα ἂς ζητήσωμε ἀπὸ τὸν Κύριο ἕνα ἀκόμη μεγαλύτερο θαῦμα ἀπὸ τὰ ἐγκαίνια αὐτοῦ τοῦ Ναοῦ: ἂς δεηθοῦμε νὰ ἐγκαινιάσει καὶ ἐμᾶς. Νὰ ἀνακαινίσει τὸν νοῦ μας, νὰ καθαρίσει τὴν καρδία μας, νὰ θεραπεύσει τὶς ἀσθένειές μας καὶ νὰ καταστήσει τὴν ὕπαρξή μας εὐχαριστία πρὸς Αὐτόν.
Εἴθε, λοιπόν, ὁ Ἱερὸς Αὐτὸς Ναὸς νὰ γίνει φάρος Ὀρθοδόξου Πίστεως, λιμὴν πνευματικός, ἐργαστήριο ἁγιότητος, σχολεῖο προσευχῆς καὶ τόπος συναντήσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ζῶντα Χριστό. Εἴθε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος νὰ ἁπλώνει ἀδιαλείπτως τὴν Ἁγία Σκέπη Της ἐπάνω ἀπὸ τὴν Ἱερὰ αὐτὴ Μονή. Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Βαρθολομαῖος νὰ φυλάσσει τὸ νέο Καθολικὸ καὶ νὰ χαρίζει στὴν ἀδελφότητα ἀποστολικὸ φρόνημα. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος νὰ συνοδεύει τοὺς Πατέρες στὸν μοναχικὸ τους ἀγῶνα, νὰ τοὺς διδάσκει τὴν ταπείνωση, τὴ διάκριση, τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν προσευχή. Κάθε ἄνθρωπος ποὺ θὰ περνᾷ τὸ κατώφλι αὐτοῦ τοῦ Ναοῦ, εἴτε ἔρχεται μὲ χαρὰ εἴτε μὲ δάκρυα, εἴτε μὲ πίστη δυνατὴ εἴτε μὲ καρδιὰ κουρασμένη, νὰ αἰσθάνεται ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει μία θύρα ἀνοιχτὴ πρὸς τὸν Οὐρανό.
«Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων»(Ψαλ 83, 2).
Εἴθε ὁ ἐγκαινιαζόμενος αὐτὸς Ἱερὸς Ναὸς νὰ παραμένει εἰς γενεὰς γενεῶν τόπος δοξολογίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, καταφυγὴ τῶν πονεμένων, λιμὴν τῶν χειμαζομένων, πηγὴ παρακλήσεως καὶ προανάκρουσμα τῆς ἐπουρανίου Ἱερουσαλήμ· τόπος ὅπου ἡ γῆ θὰ συναντᾷ τὸν οὐρανό, ὁ χρόνος τὴν αἰωνιότητα, ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεό, εἰς δόξαν τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
