Τὴν Κυριακὴ 9 Αὐγούστου 2026, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αὐστρίας κ. Ἀρσένιος προεξῆρχε τῆς Ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας στὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου τοῦ Ἡσυχαστηρίου παρὰ τὴ λίμνη Μπάλατον. Μαζί λειτούργησαν ὁ Ἱερομόναχος Μαρτίνος, ὁ Πρεσβύτερος Laszlo καὶ ὁ Ἀρχιδιάκονος Γεώργιος, ἐνῶ συμπροσευχόμενος παρέστη ὀ π. Πρόδρομος.
Κατὰ τὸ κήρυγμά του, ὁ Σεβασμιώτατος ἀναφέρθηκε στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ἡμέρας, ἡ ὁποία μᾶς εἰσάγει στὸ μυστήριο τῆς πίστεως ὡς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ὡς ἀπελευθερώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ κακοῦ. Μετὰ τὴ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου στὸ ὄρος Θαβώρ, ὁ Χριστὸς κατέρχεται ἀπὸ τὸ ὄρος καὶ συναντᾷ τὸν πόνο, τὴν ἀσθένεια, τὴν ἀδυναμία τῶν μαθητῶν καὶ τὴν ἀπελπισία ἑνὸς πατέρα, ὁ ὁποῖος βλέπει τὸ παιδί του νὰ βασανίζεται. Ὁ Θεὸς δὲν παραμένει στὸ ὕψος τῆς ἀπροσίτου δόξης Του, ἀλλὰ εἰσέρχεται στὴν κτιστὴ πραγματικότητα, στὸν χῶρο ὅπου βασιλεύουν ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος, γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ σωθεῖ. Ὁ Σεβασμιώτατος ὑπογράμμισε ὅτι ἡ σωτηρία δὲν εἶναι ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου πρὸς ἕναν ἀπόμακρο Θεό, ἀλλὰ ἀρχίζει μὲ τὴ συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο. Ἡ κραυγὴ τοῦ πατέρα «Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» γίνεται προσευχή, διότι ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ ἀρχίζει ὅταν ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ στηρίζεται στὴν αὐτάρκειά του καὶ ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ ὕπαρξή του ἔχει ἀνάγκη τὸν Θεό. Ἀναφερόμενος στὴν ἀδυναμία τῶν μαθητῶν νὰ θεραπεύσουν τὸν νέο, ὁ Σεβασμιώτατος τόνισε ὅτι, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, αὐτὴ συνδεόταν μὲ τὴν ἀπιστία τους. Στὴν Ὀρθόδοξη ἐμπειρία, ὅμως, ἡ πίστη δὲν εἶναι ἁπλῶς διανοητικὴ ἀποδοχὴ ὁρισμένων ἀληθειῶν. Εἶναι ἐμπιστοσύνη, ἔξοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν αὐτάρκεια τοῦ ἐγὼ καὶ παράδοση τοῦ ἑαυτοῦ του στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Σεβασμιώτατος ἐπεσήμανε ὅτι ἡ ἀληθινὴ πίστη δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ πραγματοποιήσει τὸ δικό του θέλημα. Ἀντιθέτως, ἡ πίστη μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ παραδώσει τὸ θέλημά του στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ κορυφὴ τῆς πίστεως δὲν εἶναι νὰ γίνει τὸ δικό μου θέλημα, ἀλλὰ ἡ ἀποδοχὴ τοῦ θείου θελήματος, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ: «οὐχὶ ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾽ ὡς σύ». Ἰδιαίτερη ἀναφορὰ ἔκανε ὁ Σεβασμιώτατος στὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν βασικοὺς τρόπους τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ὡς τεχνικὲς ἀποκτήσεως πνευματικῆς δυνάμεως, ἀλλὰ ὡς ὁδοὺς ἐλευθερίας καὶ θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ τὴν προσευχὴ ὁ ἄνθρωπος ὁμολογεῖ «δὲν μπορῶ ἐγώ, χρειάζομαι Ἐσένα», ἐνῶ μὲ τὴ νηστεία ὁμολογεῖ ὅτι δὲν εἶναι δοῦλος τῶν ἐπιθυμιῶν του καὶ ὅτι ἡ ζωή του δὲν ἐξαντλεῖται στὴν κατανάλωση τῶν ὑλικῶν πραγμάτων. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ ἄνθρωπος στρέφεται πρὸς τὸν Θεό, ἐλευθερώνοντας τὴν καρδιά του ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ ἑαυτοῦ του. «Ὅταν ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ εἶναι γεμάτος ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, τότε δημιουργεῖται μέσα του χῶρος γιὰ τὴ Χάρη», τόνισε ὁ Σεβασμιώτατος, ἐξηγώντας ὅτι ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀποτελεῖ περιφρόνηση τοῦ σώματος οὔτε ἄρνηση τῆς δημιουργίας, ἀλλὰ θεραπεία τῆς ἐπιθυμίας καὶ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ὀρθὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό. Ὁλοκληρώνοντας τὸ κήρυγμά του, ὁ Σεβασμιώτατος κάλεσε τοὺς πιστοὺς νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴν ἀποκοποῦν ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς. Ἡ μεγαλύτερη θεραπεία, ὅπως ὑπογράμμισε, εἶναι ἡ κοινωνία μὲ Ἐκεῖνον ποὺ εἶπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή». Κάλεσε, τέλος, τοὺς πιστοὺς νὰ παρακαλοῦν τὸν Χριστὸ νὰ καθαρίζει τὴν καρδιά τους καὶ νὰ θεραπεύει τὴν ἀπιστία τους.
Μετὰ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας, ὁ Ἡγουμενεύων τοῦ Ἡσυχαστηρίου, π. Μαρτῖνος, προσέφερε ἀγάπη σὲ ὅλους τοὺς παρευρισκομένους πιστούς. Ἀκολούθησε πνευματικὴ συζήτηση καὶ ἀδελφικὴ συναναστροφή, μέσα σὲ κλίμα χαρᾶς καὶ ἐπικοινωνίας.