Επιλέξτε τη γλώσσα σας

Τὴν Α΄ Κυριακὴ τοῦ Λουκᾶ, 27 Σεπτεμβρίου 2026, τελέσθηκε Δισαρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία στὸν Ἱερὸ Καθεδρικὸ Ναὸ Ἁγίας Τριάδος Βιέννης, προεξάρχοντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αὐστρίας καὶ Ἐξάρχου Οὑγγαρίας κ. Ἀρσενίου, συλλειτουργοῦντος τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Νεαπόλεως κ. Πορφυρίου ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου. Μαζί τους συλλειτούργησαν ὁ Ἀρχιμανδρίτης Νεκτάριος Ἰωάννου, ὁ Πρωτοπρεσβύτερος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Ἰωάννης Νικολίτσης, ὁ Σταυροφόρος Οἰκονόμος Ἀριστείδης Γανώσης καὶ ὁ Πρεσβύτερος Radu Trandafir. Στὴ Θεία Λειτουργία παρέστησαν ὁ Πρέσβης τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας στὴν Αὐστρία κ. Ἀνδρέας Ἰγνατίου, ὁ Πρέσβης τῆς Ἑλλάδος στὴν Αὐστρία κ. Γεώργιος Ἠλιόπουλος καὶ ὁ Μόνιμος Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος στὸν ΟΑΣΕ κ. Εὐάγγελος Καλπαδάκης. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας ὁ Σεβασμιώτατος κάλεσε τὸν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Νεαπόλεως νὰ ἀπευθύνει τὸν λόγο πρὸς τὸ ἐκκλησίασμα.

Στὸ κήρυγμά του ὁ Θεοφιλέστατος ἀναφέρθηκε στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς θαυμαστῆς ἁλιείας. Ἐξήγησε πῶς οἱ μαθητές, ὕστερα ἀπὸ ἄκαρπη νύχτα, ἀνέσυραν τὰ δίχτυα γεμάτα ἰχθύων, καὶ πῶς ὁ Πέτρος, γονατίζοντας ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, ὁμολόγησε: «Ἔξελθε ἀπ᾽ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε». Ὁ Κύριος ὅμως δὲν τὸν ἀπομάκρυνε, ἀλλὰ τὸν ἀνέδειξε: «Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Ἡ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητος, τόνισε ὁ Θεοφιλέστατος, ὁδήγησε τὸν Πέτρο στὴν ταπείνωση, καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀρετὴ τὸν κατέστησε ἕναν ἀπὸ τοὺς τρεῖς τοῦ στενοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν, ἐκεῖνον ποὺ μετὰ τὴν ἄρνηση ἔκλαυσε πικρῶς, κλήθηκε νὰ ποιμάνει τὰ ἀρνία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔλαβε τὶς κλεῖδες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ὁ Θεοφιλέστατος στράφηκε στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, ἐπισημαίνοντας ὅτι «ἡ μεγαλύτερη τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι δυστυχῶς ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ἀλαζονεία καὶ ὁ ἐγωισμός», διότι τὸ πάθος αὐτὸ χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του. Ὅποιος ταλαιπωρεῖται ἀπὸ ἄλλα πάθη μπορεῖ νὰ μετανοήσει· ὁ ὑπερήφανος ὅμως «αὐτοθεοποιεῖ τὸν ἑαυτόν του, κάνει εἴδωλο τὸν ἑαυτόν του καὶ αὐτὸ προσκυνᾷ ἡμέρα καὶ νυκτός». Ὁ Θεὸς θέλει νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο, σημείωσε, ἀλλὰ ἡ σωτηρία προσκρούει στὴν αὐτολατρεία του.

Στὴ συνέχεια μίλησε γιὰ τὴν ταπείνωση ὡς παρεξηγημένη ἀρετή, τὴν ὁποία ὁ σύγχρονος κόσμος ἐκλαμβάνει ὡς ἀδυναμία, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα εἶναι ἐκείνη ποὺ ἑλκύει ὡς μαγνήτης τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Μνημόνευσε τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, «εἶδον ἐγὼ τὰς παγίδας τοῦ διαβόλου ἡπλωμένας ἐπὶ τῆς γῆς καὶ στενάξας εἶπον· “τίς δύναται διελθεῖν τούτων;” καὶ ἤκουσα φωνὴν λέγουσάν μοι· “ἡ ταπεινοφροσύνη”», καθὼς καὶ τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου ὅτι «ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ στολὴ τῆς θεότητος», τὴν ὁποία ἐνεδύθη ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς καὶ μὲ αὐτὴν ἀνῆλθε στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Καλώντας τοὺς πιστοὺς σὲ αὐτοεξέταση, παρατήρησε ὅτι «εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐρχόμεθα καὶ κεριὰ ἀνάβουμε καὶ νηστεύουμε, ἂν δὲν ἔχουμε ταπείνωση, δὲν ἔχουμε σχέση οὔτε μὲ τὸν Θεὸ οὔτε καὶ οὐσιαστικὴ σχέση μὲ τὸν συνάνθρωπό μας».

Κατακλείοντας, ὁ Θεοφιλέστατος συνέδεσε τὸν λόγο του μὲ τὴν ἐπέτειο καὶ μὲ τὴ δοκιμασία τῆς πατρίδος του. Ἀναφέρθηκε στὸ διπλὸ ἔγκλημα τοῦ πραξικοπήματος καὶ τῆς εἰσβολῆς τοῦ 1974, ποὺ πενήντα δύο χρόνια ἀργότερα ἐξακολουθεῖ νὰ ταλαιπωρεῖ τὸν τόπο, μὲ πρόσφυγες μακριὰ ἀπὸ τὰ σπίτια τους καὶ μὲ τὸ δράμα τῶν ἀγνοουμένων. Ὑπενθύμισε τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, «ἐὰν ἐσεῖς οἱ Κύπριοι κάνετε βάσεις πνευματικές, θὰ διώξουν τὶς βάσεις τῶν ξένων κρατῶν ἀπὸ τὴ χώρα σας», ἑρμηνεύοντάς τον ὡς προτροπὴ σὲ μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ στὸν Χριστό, ὥστε νὰ ἑορτάζεται ἡ πρώτη Ὀκτωβρίου ἐλεύθερα σὲ ὅλα τὰ πέρατα τῆς νήσου, «ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα μέχρι καὶ τὴν Πάφο».

Μετὰ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας τελέσθηκε ἐπιμνημόσυνη δέηση ὑπὲρ τῶν πεσόντων κατὰ τὴν τουρκικὴ εἰσβολὴ στὴν Κύπρο, καθὼς καὶ Δοξολογία γιὰ τὴν ἐθνικὴ ἐπέτειο τῆς 1ης Ὀκτωβρίου, ἡμέρας ἀνεξαρτησίας τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας. Τελέσθηκε ἐπίσης μνημόσυνο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ πρώτου Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος καὶ μεγάλου εὐεργέτου αὐτῆς, Ἰωάννου Καποδίστρια.

Ἀκολούθως ὁ Πρέσβης τῆς Κύπρου κ. Ἀνδρέας Ἰγνατίου ἀπηύθυνε χαιρετισμό, τονίζοντας ὅτι ἡ 1η Ὀκτωβρίου «ἀποτελεῖ γιὰ ὅλους μας ἡμέρα ἐθνικῆς ὑπερηφάνειας», ἡμέρα τοῦ ὑψίστου ἀγαθοῦ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς ἐλευθερίας, καρποῦ τοῦ ἀγῶνα τοῦ 1955–1959. Ὑπενθύμισε ὅτι ἡ Κυπριακὴ Δημοκρατία γεννήθηκε μέσα ἀπὸ δύσκολες ἱστορικὲς συνθῆκες καὶ ὅτι ὁ κυπριακὸς λαὸς δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ τὴν προσπάθεια νὰ οἰκοδομήσει ἕνα κράτος δικαίου καὶ μία σύγχρονη δημοκρατία. Χαρακτήρισε τὴν ἔνταξη στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα ἐπιτεύγματα τῆς χώρας καὶ σταθερὴ δέσμευση στὶς κοινὲς εὐρωπαϊκὲς ἀξίες, ἐνῷ ἀναφέρθηκε καὶ στὸν ρόλο τῆς Κύπρου ὡς γέφυρας μεταξὺ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου καὶ τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Γιὰ τὴν τουρκικὴ εἰσβολὴ τοῦ 1974 καὶ τὴ συνεχιζόμενη κατοχὴ πάνω ἀπὸ τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ἐδάφους τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας ὑπογράμμισε ὅτι «ὁ χρόνος δὲν μπορεῖ νὰ νομιμοποιήσει τὴν κατοχὴ καὶ νὰ διαγράψει τὴν ἀδικία. Ἡ διχοτόμηση δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ τὸ μέλλον τῆς Κύπρου». Στόχος παραμένει, ὅπως εἶπε, «μία ἐλεύθερη, ἐπανενωμένη καὶ εὐρωπαϊκὴ Κύπρος», μὲ μία λύση ποὺ θὰ ἑδράζεται στὰ ψηφίσματα τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, στὸ εὐρωπαϊκὸ κεκτημένο καὶ στὸ διεθνὲς δίκαιο καὶ θὰ ἐπιτρέπει σὲ Ἑλληνοκυπρίους καὶ Τουρκοκυπρίους νὰ ζοῦν σὲ συνθῆκες εἰρήνης, ἀσφάλειας καὶ εὐημερίας. Ὁ Πρέσβης εὐχαρίστησε τὴν Πρεσβεία καὶ τὴ Μόνιμη Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἑλλάδος γιὰ τὴ διαχρονικὴ συμπαράσταση, τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αὐστρίας καὶ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη, καθὼς καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Νεαπόλεως γιὰ τὴν πολύτιμη συνεργασία, καὶ ἀποχαιρέτισε τὴν ὁμογένεια, καθὼς ὁλοκληρώνει τὶς προσεχεῖς ἡμέρες τὴ διπλωματική του θητεία. Θύμισε ὅτι ἡ παρουσία του στὴ Βιέννη ξεκίνησε τὸ 1994 ὡς φοιτητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Βιέννης καὶ ὅτι ἐκεῖ ἄρχισε τὸ 1997 καὶ τὴ διπλωματική του σταδιοδρομία ὡς ἀκόλουθος.

Στὴν ἀντιφώνησή του ὁ Σεβασμιώτατος προσευχήθηκε ἡ Κύπρος νὰ συνεχίσει νὰ δίδει τὴ μαρτυρία τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς «γῆ ἑλληνική, γῆ ἁγιοτόκος, γῆ μαρτυρική, ποτισμένη μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ἡρώων». Σημείωσε μὲ πικρία ὅτι τὸ διεθνὲς δίκαιο καὶ ἡ πολιτική, ἐνῷ δείχνουν εὐαισθησία γιὰ ἄλλες περιπτώσεις, γιὰ τὴν Κύπρο συχνὰ σιωποῦν, καὶ εὐχήθηκε νὰ δοθεῖ νὰ ζήσουμε τὴν Κύπρο ἑνωμένη καὶ ἐλεύθερη, μὲ τὶς δύο κοινότητες, ἑλληνοκυπριακὴ καὶ τουρκοκυπριακή, νὰ ζοῦν εἰρηνικὰ καὶ δημιουργικά, ὅπως ἐπὶ αἰῶνες πρὶν ἀπὸ τὴν τουρκικὴ εἰσβολή. Εὐχήθηκε στὸν Πρέσβη καλὴ δύναμη, ὑγεία καὶ εὐτυχία, λέγοντας ὅτι ἡ Βιέννη δὲν θὰ τοῦ εἶναι ποτὲ τόπος ἀπόμακρος. Καλωσόρισε ἐπίσης τὸν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Νεαπόλεως, ποὺ ἦρθε στὴν Αὐστρία γιὰ τὰ Ἐγκαίνια τοῦ Καθολικοῦ τοῦ Ἁγίου Βαρθολομαίου στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Σκέπης καὶ Ἁγίου Παϊσίου τὴν προηγουμένη ἡμέρα, καὶ τὸν Ἀρχιμανδρίτη Νεκτάριο Ἰωάννου, παλαιοὺς γνωρίμους ἀπὸ τὰ χρόνια τῶν Βρυξελλῶν καὶ τοῦ Παρισιοῦ. Τέλος, ζήτησε νὰ εὐχηθοῦν ὅλοι γιὰ τοὺς πεσόντες ἀδελφούς, «νὰ εἶναι ἁγιασμένα τὰ ὀστᾶ τους καὶ νὰ τοὺς ἀναπαύσει ὁ Κύριος μετὰ τῶν ἁγίων καὶ τῶν δικαίων». Ἀκολούθως ψάλθηκε ἀπὸ ὅλους ὁ Ἐθνικὸς Ὕμνος καὶ διανεμήθηκε τὸ ἀντίδωρο.

Ἀκολούθησε δεξίωση στὴν αἴθουσα «Ρήγας Φεραῖος» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αὐστρίας, τὴν ὁποία προσέφερε ἡ Πρεσβεία τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας στὴν Αὐστρία.