Οἰκολογική Κρίση: Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καλεῖ σέ αὐτοκριτική.

2811393806.jpg

Ἐνώπιον τῆς παγκοσμίου οἰκολογικῆς κρίσεως ἡ Α.Θ.Π. ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος κάλεσε ὅλους τούς ἀνθρώπους σέ αὐτοκριτική καί μεταστροφή. Γιά τήν κρίση εἶναι ὑπεύθυνοι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σέ διαφορετικό καθένας βαθμό, καθώς ἐπισήμανε ὁ Παναγιώτατος στό πλαίσιο τῆς ἐπίσημης Ἐπισκέψεώς του στή Γερμανία σέ διάλεξή του στόν Καθεδρικό Εὐαγγελικό Ναό στό Βερολίνο. Ἡ μόλυνση τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, ἀπό τούς ἀνθρώπους ἀποτελεῖ ἁμαρτία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὅπως τό πνεῦμα μας μολύνεται ἀπό τίς ἐμπαθεῖς σκέψεις, δέν μπορεῖ νά παραμείνει ἀμόλυντο τό φυσικό περιβάλλον. Γι’  αὐτό καί ὁ ἀγώνας ἐνάντια στά πάθη, πού τίθεται ἐπίκεντρο τῆς ὀρθόδοξης καί χριστιανικῆς ἠθικῆς, ἔχει μία ἰδιαίτερη σημασία γιά τήν οἰκολογική ἠθική.

Ὁ Παναγιώτατος μίλησε μέ ἀφορμή πρόσκλησή του ἀπό τήν Εὐαγγελική Ἐκκλησία τῆς Γερμανίας. Ὁ πρόεδρος τῆς Εὐαγγελικῆς Ἐκκλησίας Γερμανίας Nikolaus Schneider εὐχαρίστησε τόν Παναγιώτατο γιά τό ἐνδιαφέρον του γιά τή διαφύλαξη τῆς δημιουργίας καί τῆς ἀειφόρου ἀνάπτυξης. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος εἶναι ἕνας ἀπό τούς σημαντικότερους πρωτοπόρους τῶν διαχριστιανικῶν σχέσεων σέ αὐτά τά ζητήματα, ἐπεσήμανε ὁ Πρόδρος Schneider.

Ο Μ Ι Λ Ι Α

ΤΗΣ Α.Θ.ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ κ.κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ


ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΝ ΒΕΡΟΛΙΝΩι ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ

ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΝ ΝΑΟΝ (BERLINER DOM)

(14 Μαΐου 2014)

 

***

ειφορία, Βιωσιμότης καί μνος το Δημιουργο

 

κκλησις διά μίαν οκολογικήν θικήν ξ ρθοδόξου πόψεως

 

***

Σεβασμιώτατε Ἐπίσκοπε κύριε Nikolaus Schneider, Πρόεδρε τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐν Γερμανίᾳ ΕὐαγγελικῆςἘκκλησίας,

Sehr geehrte Frau Präses Dr. Schwaetzer,

Ἱερώτατε ἀδελφέ Μητροπολῖτα Γερμανίας καί Ποιμενάρχα τῆς Θεοσώστου ταύτης Ἐπαρχίας κύριε Αὐγουστῖνε,

Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί ἐν Χριστῷ,

Ἀδελφαί καί ἀδελφοί ἐν Χριστῷ,

Ἡ  Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει ἀγαπητικῶς  τήν ἐν σοφίᾳ Θεοῦ δημιουργηθεῖσαν, διά τοῦλόγου Aὐτοῦ μόνον, διά τοῦ ἁπλοῦ, καί καθοριστικοῦ συγχρόνως, «γενηθήτω», κτίσιν. Διό καί «πᾶσα ἡ κτίσιςἠλλοιοῦτο φόβῳ, θεωροῦσα σε (τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου καί Υἱόν τοῦ Θεοῦ) ἐν Σταυρῷ [...] ὁ ἥλιος ἐσκοτίζετο καί γῆς τά θεμέλια συνεταράττετο» (Ἀπόστιχον Ἱερᾶς Ἀκολουθίας Ὄρθρου Ἁγίας καί Μεγάλης Πέμπτης).

 ***

Πρίν ἤ εἰσέλθωμεν ὅμως εἰς τήν ἔκθεσιν ἐνώπιόν σας, τοῦ  ἐκλεκτοῦ ἀκροατηρίου τούτου, ὀλίγων σκέψεων, θέσεων,  ἐκτιμήσεων ἀλλά καί πρωτοβουλιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς ἡμετέρας Μετριότητος προσωπικῶς ὅσον ἀφορᾷ εἰς τό ὑπό θεώρησιν θέμα καί προβῶμεν εἰς τήν ἀπό ἡμετέρας Ὀρθοδόξου πλευρᾶς ἐκτίμησιν περί μιᾶς οκολογικς θικς, ἐκφράζομεν τάς θερμάς ἡμῶν εὐχαριστίας διά τήν τιμήν νάἀπευθυνθῶμεν ὑμῖν ἀπό τοῦ βήματος τούτου καί ἐπιθυμοῦμεν, ἐν πρώτοις, νά ἀναφερθῶμεν δι᾿ ὀλίγων εἰς τόνΘεσμόν, τόν ὁποῖον ἐκπροσωποῦμεν καί διακονοῦμεν, τήν πρωτόθρονον ἐν τῇ Μιᾷ καί Ἑνιαίᾳ ὈρθοδοξίᾳἘκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον.

Ἐκπροσωποῦμεν, λοιπόν, ἐνώπιόν σας ἕνα πολιόν ερωπαϊκόν θεσμόν, ἡλικίας δεκαεπτά περίπου αἰώνων. Ὅσοι ὑπηρετοῦμεν τόν Θεσμόν τοῦτον θά ἤμεθα ἐλάχιστα εὐτυχεῖς ἐάν ἡ διακονία ἡμῶν ἐξηντλεῖτο εἰς ρόλον ἀνάλογον πρός αὐτόν τόν ὁποῖον ἀναλαμβάνουν οἱ φύλακες ἑνός μουσείου. Ἡ τιμή τῆς ὑποδοχῆς ἡμῶνὑφ᾿ ὑμῶν σήμερον ἐνταῦθα, εἰς τήν ἐν Βερολίνῳ ἕδραν τῆς ἐν Γερμανίᾳ Εὐαγγελικῆς Ἐκκλησίας, πιστεύομεν ὅτιἀφορᾷ ὄχι ἁπλῶς  εἰς τήν στορικότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῆς Νέας Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλά κυρίως εἰς τήν παράδοσιν τῆς οκουμενικότητος αὐτοῦ. Δηλαδή εἰς μίαν συνεχκαί συνεπ καί νεργόν ἀνά τούς αἰῶνας μέχρι καί σήμερον μαρτυρίαν καί πρότασιν μέ οκουμενικήν(διεθν ἕως καί πανανθρωπίνηνμβέλειαν, ἐκτεινομένην καί μέχρι τῆς συστεναζούσης καί συνωδινούσης μετά τοῦ ἀνθρώπου κτίσεως.

Ὁ ἄνθρωπος, διά τόν ὁποῖον ἐπλάσθη ἡ κτίσις, ὁ ἐπίγειος παράδεισος, δυστυχῶς παρήκουσε τήν ἐντολήν τοῦ Θεοῦ «ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν» (πρβλ. Γεν. β΄ 15), καί ἀντί τούτου διά τῆς ἀπληστίας του τήν καταστρέφει, τήν «φοβίζει» «εἰς τό ἐκβλύζειν καρπούς», συσκοτίζει τόν ἥλιον διά τῶν ἐπιστημονικῶν πειραμάτων του καί συνταράττει τά θεμέλια τῆς γῆς. Θά ἐπανέλθωμεν ὅμως κατωτέρω ἐπί τῆς ἀναγκαιότητος καί συγχρόνωςὑποχρεώσεως  τοῦ ἀνθρώπου τοῦ  «ἐργάζεσθαι» καί «φυλάσσειν» τήν κτίσιν.

Ἐπί χίλια περίπου  ἔτη (333-1453), εἰς τήν τότε χριστιανικήν οκουμένην, ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Νέας Ρώμης, πρώτης τῶν πόλεων καί κατ᾿ ἐξοχήν Πόλεως, εἶχε τήν σταυρικήν κεντρικήν εὐθύνην διακονίας τῆς ἑνότητος τῶν χριστιανικῶν κοινωνιῶν τῆς τότε Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Δηλαδή, νά διαφυλάττῃ ἀρραγές τό θεμέλιον κοινο πολιτισμο καί ποιότητος τς νθρωπίνης πάρξεως. Μετά τό ἔτος 1453, ὁ ρόλος τοῦ ΟἰκουμενικοῦΠατριαρχείου δέν περιωρίσθη, ὡς νομίζεται καί λέγεται καί γράφεται ὑπό τινων. Ἐσυνεχίσθη καί πάλιν καί συνεχίζεται μέχρι σήμερον οκουμενικός εἰς τήν πρακτικήν καί νεργόν ζωήν εἰς πάντας τούς τομες τῆςἀνθρωπίνης ὑπάρξεως καί τοῦ περιβάλλοντος ἡμᾶς κόσμου, μέ κέντρον πάντοτε τό εὖ ζῆν ἐπιγείως, καί τήν σωτηρίαν, αἰωνίως, τοῦ νθρώπου. Ρόλος, λοιπόν, καί στάσις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἦτο, εἶναι καί θά εἶναι νά ὁδηγήσῃ τήν ἀμαυρωθεῖσαν διά τῆς πτώσεως εκόνα το Θεοτόν ἄνθρωπον, εἰς τό «καθ᾿ μοίωσιν». Νά ἀποκαταστήσῃ δηλαδή «τά πάντα» εἰς τό «ρχαον κάλλος».

   Εἰς τήν κατεύθυνσιν ταύτην καί εἰς τόν συγκεκριμένον τοῦτον στόχον ἀποβλέπουν ὅλαι αἱ ἐνέργειαι τοῦΟἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὡς ἐκ τούτου δέ διεμορφώθη ἕν ρθόδοξον θος καί ἕν πρωτεον διακονίας τῆςἘκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, παγκοσμίως καί οἰκουμενικῶς ἀναγνωριζόμενον, τιμώμενον καί ἐν τῇ πράξειἐνεργούμενον. Τοῦτο δέν εἶναι ξίωμα, ἀλλά εθύνη. Δέν συνιστᾷ ξουσίαν ἀλλά διακόνημα τοῦ πρώτουἘπισκόπου, τοῦ ἐνεργοποιοῦντος τό συνοδικόν σύστημα ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανοσύνης, τοῦσυγκαλοῦντος Ἁγίας καί Μεγάλας Συνόδους καί προεδρεύοντος αὐτῶν. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί ὁπροκαθήμενός του πηρετονδιακονονπροσφέρουνκενονται διά τόν ἄνθρωπον, διά τόν κόσμον, διά τήν ἀνθρωπότητα, διά τήν «κτίσιν πᾶσαν».

 ***

 Ἡ οκολογική κρίσις τῆς ἐποχῆς μας, ἐκλεκτοί ἀκροαταί, δέν ἀποτελεῖ μεμονωμένον φαινόμενον, οὔτε εἶναι ὀρθόν νά ἐξετάζηται καί νά ἀντιμετωπίζηται αὐτοτελῶς. Ἡ οἰκολογική κρίσις ἐμφανίζεται ὡς μετάστασιςτῆς θικςκοινωνικς καί πνευματικς κρίσεως ἀπό τοῦ νθρώπου εἰς τήν κτίσιν. Ὡς ἐκ τούτου δέ οἱαδήτις θεώρησις καί ἀντιμετώπισις τῆς οκολογικς κρίσεως καί τῶν συνεπειῶν αὐτῆς χωρίς ἄμεσον ἀναφοράν καί σύνδεσιν μέ τήν κρίσιν το νθρώπου εἰς τά διάφορα ἐπίπεδα τῆς ζωῆς του εἶναι καί παραμένει ἀτελής καίμετέωρος.

Ἡ ἀρχή τῆς οκονομικς ναπτύξεως, ἡ ὁποία προεβλήθη καί ἐκυριάρχησε μετά τόν Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον εἰς τόν κόσμον τῆς Δύσεως, διά νά μεταδοθῇ βαθμηδόν καί εἰς ὁλόκληρον τόν κόσμον,ἐπεσκίασε βασικάς ὑπαρξιακάς ἀνάγκας, ἤμβλυνε τά πνευματικά αἰσθητήρια καί ὡδήγησε τόν ἄνθρωπον εἰς ψυχικόν καί πνευματικόν λιμόν. Ἐχρειάσθησαν ἀρκεταί δεκαετίαι διά νά κατανοήσῃ ὁ κόσμος ὅτι ἡ μονομερής οἰκο­νομική ἀνάπτυξις ὄχι μόνον δέν ἐξασφαλίζει τήν εὐτυ­χίαν του ἀλλά καί ἔχει σοβαράς ἀρνητικάς ἐπιπτώσεις εἰς τήν πνευματικήν αὐτοῦ ὁλοκλήρωσιν, εἰς τήν ποιότητα τῆς ζωῆς του ἀλλά καί  εἰς αὐτήν ταύτην  τήν ἐπιβίωσίν του.

***

Ὡς ἀσφαλῶς γνωστόν εἰς τήν ἀγάπην σας, ἡ Παγκόσμιος Διάσκεψις τοῦ Ρίο (1992) διεκήρυξε τήν ἀρχήν τῆς βιωσίμου ἤ ειφόρου ναπτύ­ξεως καί ἠμφεσβήτησεν ἐπισήμως, διά πρώτην φοράν, τό δεολόγημα τῆς μονοδιάστατου οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Τεκμηριοῦται δέ τοιουτοτρόπως καί ἐπιστημονικῶς, ὅτι «ταυτόχρονα ἡἀμφισβήτηση αὐτή συνεπάγεται καί τήν ἔμμεση ἀμφισβήτηση τῆς μονοδιάστατης ἠθικῆς τῆς ἀναπτύξεως. Ἄνὕψιστο ἀγαθό δέν εἶναι πιά ἡ οἰκονομική ἀνάπτυξη, ἀλλά ἡ βιώσιμη οἰκονομική ἀνάπτυξη, ἀντίστοιχα καί ἡ ἠθική πρέπει νά προσαρμοσθεῖ σέ αὐτήν» (βλ. καί Γ. Μαντζαρίδου, Παγκοσμιοποίηση καί παγκοσμιότητα. Χίμαιρα καίἀλήθεια, Θεσ­σα­λονίκη 2001, σελ 138). Ἀσφαλῶς καί δέν ἐπιτρέπεται νά θυσιάζωνται τά πάντα εἰς τόν βωμόν τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, οὔτε νά σπαταλῶνται μή ἀνανεώσιμα ἤ σπάνια ἀγαθά, τά ὁποῖα θά εἶναι ἀπαραίτητα διά τήν ἐπιβίωσιν τῶν ἐπερχομένων γενεῶν.

 Ἀτυχῶς, ὅμως, ἡ ἀνωτέρω μφισβήτησις δέν διεκηρύχθη εὐθέως καί εὐθαρσῶς ἀλλά ἔγινεν ἐμμέσως καί σιωπηρῶς. Ἀλλά καί ἡ ἐφαρμογή τῆς ἀρχῆς ταύτης δέν ὑπῆρξεν ἄμεσος οὔτε ἀρκούντως συνεπής. Αὐτόἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἐν συνεχείᾳ ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων. Αἱ δύο παγκόσμιοι διασκέψεις, αἱ ὁποῖαιἠκολούθησαν, ἐν Κιότο τό 1997 καί ἐν Χάγῃ τό 2000, ἐπεβεβαίωσαν τήν ἀσυνέπειαν ταύτην. Τά οἰκονομικά συμφέροντα τῶν ἰσχυρῶν ἐφαλκίδευ­σαν τήν ἐφαρμογήν τῶν ἐπιβαλλομένων μέτρων καί τήν ποθουμένην ὑπό πάντων προοπτικήν τῆς ειφόρου ναπτύξεως.

Ὡς ειφόρος ἤ βιώσιμος ἀνάπτυξις θεωρεῖται ἐκείνη ἡ ὁποία διατηρεῖ τήν σορροπίαν τῆς φύσεως καί συγχρόνως καλύπτει τάς ἀνθρωπίνους ἀνάγκας τοῦ παρόντος, χωρίς νά ἐξαντλῇ τό περιβάλλον καί  νά διακινδυνεύῃ τήν δυνατότητα τῆς καλύψεως τῶν ἀναγκῶν τῶν μελλουσῶν γενεῶν.

Ἤδη ὅμως ἀναφύονται δύο βασικά ρωτήματα: Ποῖαι εἶναι αἱ ἀνθρώ­πιναι ἀνάγκαι, καί κατά πόσον ἡκάλυψις τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν συνεπάγεται καί κάλυψιν ὅλων τῶν οὐσιαστικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου; Μήπως ἡ τοποθέτησις τοῦ κέντρου βάρους  εἰς τήν οἰκονομικήν κερδοφορίαν βλάπτει ἤ καί ἀφανίζει τήν πραγματικήν ἀειφορίαν; Μήπως, τέλος, τό ἀποκλειστικόν ἐνδιαφέρον διά τήν κάλυψιν τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν τοῦἀνθρώπου ἀφήνει ἀκαλύπτους τάς πνευματικάς  αὐτοῦ ἀνάγκας;

Αἱ νάγκαι τοῦ ἀνθρώπου συνδέονται μέ τάς βιολογικάς καί τάς πνευ­ματικάς λειτουργίας του. Εἶναι δυνατόν νά περιορίζωνται εἰς τάς παραιτήτους, ἀλλά ἠμποροῦν καί νά ἐπεκτείνωνται καί εἰς περιττάς ἤ ἀκόμη καί εἰς φανταστικάς. Ἠμποροῦν νά καλύπτωνται μέ λιτότητα ἀλλά δύνανται καί νά ἱκανοποιῶνται μέτρυφηλότητα παραμένουσαι καί πάλιν κόρεστοι. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει  καί προτρέπει τούς χριστιανούς εἰς τήν Α΄ πρός Τιμόθεον ἐπιστολήν του: «Ἔχοντες δέ διατροφάς καί σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα» (Α΄ Τιμ. ς΄8).

Σήμερον, βεβαίως, αἱ νάγκαι τῶν ἀνθρώπων δέν περιορίζονται ἀσφαλῶς μόνον εἰς διατροφάς καί εἰςσκεπάσματα. Εἰς τήν σύγχρονον κοινωνίαν οἱ ἄνθρωποι ἐδημιούργησαν πολύ περισσοτέρας καί πολυπλοκωτέραςἀνάγκας, αἵτινες συχνάκις ὑπερκαλύπτονται μέ ἀφθονίαν. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως καί πάλιν αἰσθανόμεθα νδεες καίποροι. Διότι εἴμεθα πληστοι. Διαθέτομεν ἄφθονα ὑλικά ἀγαθά καί πρωτογνώρους εὐκολίας -τήν στιγμήν μάλιστα καθ᾿ ἥν ἕν ἕτερον μέγα μέρος τῆς ἀνθρωπότητος πένεται- ἀλλά δέν αἰσθανόμεθα εὐτυχέστεροι. Μᾶλλον εἴμεθα κόρεστοι. Εἴμεθα δυστυχες.  Ἀνακύπτει δέ, κρίνομεν, εὐλόγως τό ἐρώτημα. Διατί συμβαίνει  αὐτό;

Δύο εἶναι, νομίζομεν, αἱ αἰτίαι τοῦ φαινομένου τούτου. Πρώτη ἡ πλεονεξία το νθρώπου καί δευτέρα παραθεώρησις το σωτερικο του κόσμου, δηλαδή τῆς ψυχς, τῆς καρδίας καί τοῦ πνεύματός του. Οἱἄνθρωποι βλέπομεν καί ἐπιθυμοῦμεν τήν λην μόνον καί ὄχι τό πνεμα. Λησμονοῦμεν καθ᾿ ἡμέραν τό Πατερικόν βίωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐκφραζόμενον διά τῶν λόγων τοῦ σοφοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «τε τόν τάφον οκήσωμεν τότε τόν κόσμον κερδήσωμεν» (Ὀρθόδοξος Νεκρώσιμος Ἱερά Ἀκολουθία εἰς ἱερεῖς). ὉἍγιος Ἰωάννης ὁμιλεῖ διά τόν κόσμον, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νά εἶναι ἀληθής κόσμος διά τόν ἄνθρωπον, ὄχιἀφανιζομένη καί ἐξαφανιζομένη ὕλη καί ἀπόλαυσις ἀλλά κόσμος παραμόνιμος πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καί καρδίας νηφούσης καί γρηγόρου νοός καί κεκαθαρμένων καί σωφρόνων λογισμῶν (πρβλ. Ἀντιόχου μοναχοῦ τοῦΠανδέκτου, Εὐχή εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν), δηλαδή κόσμος θεωρίας καί πράξεως, ν γάπνεργουμένων. Αὐτό καί μόνον αὐτό εἶναι τό ἀληθές κέρδος, τό ὁποῖον προβάλλει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησίας ὡς κεντρικήν ἀφετηρίαν καί διά τό λεγόμενον οκολογικόν πρόβλημα. Δηλαδή διά τῆς στηρίξεως εἰς τάς ντολάςτοῦ Θεοῦ καί εἰς τήν διηνεκῆ καί ἀπαράθραυστον μνήμην τῶν κριμάτων Αὐτοῦ.

 Διά τῆς ἀποθεώσεως ὅμως τοῦ καταναλωτισμο καί τῆς «κοινωνίας τς φθο­νί­ας» ἐκαλλιεργήθησαν τά πάθη τοῦ φθόνου, τοῦ μίσους, τῆς πλεονεξίας, τῆς δικίας. Λησμονεῖται ἤ μένει μόνον εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν, ὡς ἁπλοῦς θεωρητικός λόγος, τό «δικαιοσύνην μάθετε, ο νοικοντες πί τς γς» (Ψαλμ. Ἠσ. κς΄ 9), καθώς καί ὁ μακαρισμός τοῦ Κυρίου: «μακάριοι ο πεινντες καί διψντες τήν δικαιοσύνην, τι ατοί χορτασθήσονται» (Ματθ. ε΄ 6). Ἐπιγραμματικῶς λέγομεν ὅτι ἡ πενα καί ἡ δίψα τοῦ ἀνθρώπου «χορταίνονται» μόνον διά τῆς δικαιοσύνης.

Ὁ νεωτερικός καί μετανεωτερικός ἄνθρωπος ἔπαυσε νά ἐπιθυμῇ ὅσα χρει­ά­ζεται καί ἐπίστευσεν ὅτι χρειάζεται σα πιθυμε. Καί ἐπειδή ἡ ἀνθρωπίνη ἐπιθυμία διά ἀπόλαυσιν καί διά στιγμιαίαν δόξαν, παρερχομένην καί μαραινομένην, ἀτυχῶς, ὡς «ἄνθος χόρτου», εἶναι κόρεστος, ἐπί πλέον δέ ποδαυλίζεται διαρκῶς ὑπό τῶν κερδοσκοπικῶν διαφημίσεων καί τῶν οἰκονομικῶν ἀνταγωνισμῶν, ἡ «κοινωνία τς φθονίας» -ἐτυμολογικῶς σημαίνει «κοινωνίαν χωρίς φθόνον»- μεταλλάσσεται νο­μο­τελειακῶς  εἰς «κοι­νωνίαν το φθόνου».

 Ἐντός τῆς κοινωνίας τς φθονίας, ὁ φθόνος καί ἡ πλεονεξία δημιουργοῦν μίαν μεγάλην καίἀκατάπαυστον ντασιν μέ μίση καί ντα­γωνισμούς, μέ πάθη καί ποβλέψεις, μέ περιθωριοποίησιν τῶν ξιν,καί, τέλος, μέ τόν -σεβασμόν καί τήν καταπάτησιν καί περιφρόνησιν τῆς εκόνος τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀνθρώπου. Τό εναι τοῦ ἀνθρώπου ταυτίζεται μέ τό χειν του καί ἡ ξία του ὑπολογίζεται μέ μέτρον τήν περιουσίαν του, τήνὕλην, ἡ ὁποία εναι γ καί εἰς τήν γν παραμένει.

Ἡ ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας ἰδιαιτέρως ἐκφράζει καί σκοπεῖ πρός τήν λήθειαν ταύτην, ἡὁποία, ἐάν κατανοηθῇ εἰς μῆκος καί πλάτος, εἰς βάθος καί ὕψος, μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τό πραγματικόν οκολογικόνθος: «πειδή πάντες πρός τήν ατήν κατεπειγόμεθα μονήν, καί τόν ατόν ποδυσόμεθα λίθον, καί ατοί κόνις μετ᾿ λίγον σόμεθα…· τοιοτος γάρ μν  βίος· τοτο πί γς παίγνιον· οκ ντας γενέσθαι, καί γενομένους ναφθαρναι· ναρ σμέν οχ στάμενον· φύσημά τι μή κρατούμενον· πτσιςρνέου παρερχομένου· νας πί θαλάσσης χνος οκ χουσα…» (βλ. τροπάριον Ὀρθοδόξου ΝεκρωσίμουἹερᾶς Ἀκολουθίας εἰς ἱερεῖς).

Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἰδίᾳ οἱ χειριζόμενοι τάς τύχας τῶν λαῶν καί οἱ κληθέντες νά εἶναι ὁδηγοί αὐτῶν, πολιτικοί, πνευματικοί, ἐκκλησιαστικοί, ἐπιστήμονες, ἐπιθυμοῦν νά ὑπερέχουν τῶν ἄλλων καί ἀγωνίζονται νά τόἐπιτύχουν ἀγνοοῦντες τόν Θεόν καί τήν κρίσιν Αὐτοῦ, μέ ἀνθρώπινα κυρίως μέτρα καί ἐνεργείας οὐχί πάντοτε συμφώνους πρός τά ἐπιτάγματα τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ ἄνθρωποι λησμονοῦμεν ν τ πράξει τόν «λαφρύν ζυγόν» τς γάπης τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖον ὀφείλομεν νά φέρωμεν πρωτίστως ο χριστιανοί.

***

Εἶναι ζοφερά πραγματικότης καί διαπίστωσις ὅτι κατά τήν ἐνεστῶσαν παγκόσμιον συγκυρίαν μέ τήν μεγάλην οἰκονομικήν κρίσιν καί τήν φοβεράν ἀνεργίαν, αἱ προσπάθειαι καί αἱ ἀγωνίαι τοῦ ἀνθρώπου προσλαμβάνουν δραματικόν καί ἐνίοτε τραγικόν χαρακτῆρα, ὅταν μάλιστα ἀπουσιάζῃ τό ἀπαραίτητονπνευματικόν ντίβαρον.

Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας ὑπεβάθμισε τόν νον του καί ὑπερύψωσε τήν λογικήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖμίαν ἐπί μέρους λειτουργίαν τοῦ νοός. Ὁ νος ὅμως εἶναι ὁ φθαλμός τῆς ψυχῆς. Εἶναι τό ργανον μέ τό ὁποῖονγεμονεύει καί ἠμπορεῖ νά ἡγεμονεύῃ  ἐπί τῶν αἰσθήσεών του, νά εἰσδύῃ εἰς τόν ψυχικόν του κόσμον καί νάἐπεκτείνηται εἰς τόν ὑπεραισθητόν κόσμον. Αὐτόν, λοιπόν, τόν γεμόνα νον ὑπεβάθμισεν ὁ ἄνθρωπος καί τόν κατέστησεν ὑπηρέτην τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων καί ὄργανον ἱκανοποιήσεως ὑλικῶν ἀναγκῶν καί αἰσθησιασμοῦ. Τοιουτοτρόπως ὅμως παρέμεινεν ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή τοῦ καθενός μας, τροφική καί ἀνίκανος νά τραφῇ πνευματικῶς. Περιωρίσθη καί τελικά ἐνεκλωβίσθη εἰς τήν γκο­σμι­ό­τητα καί ἀπεξενώθη ἀπό κάθεπερκόσμιον τροφοδοσίαν.

Ὁ Κύριος ἡμῶν διδάσκει: «οκ π᾿ ρτ μόν ζήσεται νθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4). Τό πνεῦμα  τοῦἀνθρώπου δέν χορταίνει μέ ὑλικήν τροφήν. Ὅσον τοῦ λείπει ἡ πνευματική τροφή, παραμένει ἀτροφικόν καί πεινασμένον. Καί ὅσον ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά τό χορτάσῃ μέ ὑλικά, τόσον ἐκεῖνο συμπιέζεται καί ἀσφυκτιᾷ. Μένει ἀνικανοποίητον καί ἀνίκανον νά ὑπερβῇ τόν «κακόν ἑαυτόν του». Καί τότε ὁ ἀκόρεστος αὐτός ἄνθρωποςἐπιδίδεται εἰς ἕνα ἀτέρμονα γνα ποκτήσεωςχρήσεως καί καταχρήσεως ὑλικῶν ἀγαθῶν ἀλλά καί δεδομένης αὐτῷ χάριτος καί ξουσίας,  τά ὁποῖα ὄχι μόνον δέν ἱκανοποιοῦν ἀλλά καί ἐντείνουν τήν πληστίαντου. Διότι ἀπουσιάζει  καρπός τς δικαιοσύνης εἰς τάς ἀνθρωπίνας ἐνεργείας. Ἡ δικαιοσύνη καί μόνον καί ἡγάπη συνέχουν τήν κτίσιν καί πάντα τά ὁρατά καί τά ἀόρατα. Ὁ καρπός οὗτος τῆς ἀγάπης καί τῆς δικαιοσύνης «οὐ χρόνῳ δαπανᾶται, οὐ θανάτῳ διακόπτεται, ἀλλά τότε μᾶλλον ἀσφαλέστερος γίνεται, ὅταν πρός ἐκεῖνον καταπλεύσῃ τόν ἀκύμαντον λιμένα» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου εἰς τόν ΡIA΄Ψαλμόν, P.G. 55, 294).

Τοιουτοτρόπως ἑρμηνεύεται ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου συνειδήσεως καί τό πλῆθος τῶν οἰκονομικῶν καί ἠθικῶν καί κοινωνικῶν σκανδάλων, τά ὁποῖα ἐμφανίζονται εἰς τόν κόσμον  μας, ἰδιαιτέρως κατά τήν σημερινήν ἐποχήν «καθ᾿ ἥν ὑπερεπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία», καί συνδέονται μάλιστα ἰδιαιτέρως μέ πρόσωπα πλούσια καί πιφαν, οὐδεμίαν ἀντιμετωπίζοντα οἰκονομικήν στέρησιν. Μᾶλλον δέ χρησιμοποιοῦν τά δρα, τά τάλαντα πρός ἕκαστον αὐτῶν, τοῦ Θεοῦ, διά κολασίαν, διά δονήν καί διά κερδοφορίαν εἰς βάρος τῶν πολλῶν, τῶν συνανθρώπων, κυρίως τῶν δυνάτων, «τν μικρν καί λαχίστων δελφν» τοῦ Ἰησοῦ (πρβλ. Ματθ. κε΄ 40),  εἰς βάρος,ἐπαναλαμβάνομεν, τς εκόνος το Θεο, τήν ὁποίαν καταπατοῦν καί ἀτιμάζουν, λησμονοῦντες ἐν τῇ ἀπολαύσει τῶν «καλῶν» τῆς ζωῆς, ὡς ὁ πλούσιος τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ὅτι λόγον ἀποδώσουσι κατά τήν ἡμέραν ἐκείνην τήν φοβεράν ὅτε ἥξει ὁ Κύριος μετά δόξης «κρῖναι  τήν γῆν», κατά τήν ἀψευδῆ Αὐτοῦ ἐπαγγελίαν (πρβλ. Ψαλμ. 97, 9).

***

Ἡ ἐμπαθής καί ἀκόρεστος, λοιπόν, πιθυμία τοῦ ἀνθρώπου ὡδήγησεν εἰς ἀνηλεῆ ἐκμετάλλευσιν τῆς κτίσεως καί προεκάλεσε καί τήν οἰκολογικήν κρίσιν τῶν καιρῶν καί τῶν ἡμερῶν μας. Κρίσιν, ἡ ὁποία, παρά τάς καταβαλλομένας διεθνῶς προσπαθείας κρατῶν καί ἐπιστημόνων, παρά καί τάς ἐν προκειμένῳ πρωτοβούλουςἐνεργείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ἡμῶν προσωπικῶς, διά τάς ὁποίας ἐδαπανήθησαν ἐκ τοῦὑστερήματος αὐτοῦ ὑλικά ἀγαθά,  διαρκῶς ἐντείνεται καί ὁδηγεῖ εἰς μεγάλας καί μή ἀναστρεψίμους καταστροφάς.Κρίσιν, ἡ ὁποία ὑποβαθμίζει τό περιβάλλον μας, ἀπειλεῖ τό μέλλον μας καί ἀκόμη περισσότερον τό μέλλον τῶνἐπερχομένων γενεῶν. Τοιουτοτρόπως, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι  τήν θέσιν τῶν σώτων υἱῶνκαταλαμβάνουν σήμερον οἱ σωτοι πατέρες. Ἡμεῖς δηλαδή οἱ σύγχρονοι, οἱ ὁποῖοι κατασπαταλοῦμεν τήν «οσίαν» τῶν τέκνων μας «ζντες σώτως», λησμονοῦντες ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ «οὔκ ἐστι βρῶσις καί πόσις,ἀλλά δικαιοσύνη καί ἄσκησις, σύν ἁγιασμῷ» (πρβλ. Δοξαστικόν Αἴνων Ε΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν).Ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι δικαιοσύνη. Ὀφείλει ὅμως καί ἡ ἐπίγειος βασιλεία τοῦ ἀνθρώπου νά ἐνεργῆται ν δικαιοσύν πρός ἅπαντα τά ἔμβια ὄντα, καί ἰδιαιτέρως πρός τόν ἄνθρωπον, τόν συνοδίτην καί συνοδοιπόρον.

***

Διά τήν οκολογικήν κρίσιν, ὅπως καί διά  πᾶσαν κρίσιν μέ ἀνθρωπο­γενῆ αἴτια, δέν εὐθύνονται βεβαίωςρισμένοι μόνον ἄνθρωποι, ἤ πολύ περισ­σότερον ὡρισμένα στοιχεῖα τῆς τεχνολογίας καί τῆς ἐπιστήμης, αἱ ὁποῖαιἐμπλέ­κονται ἀμέσως εἰς αὐτήν, ἀλλά ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἰς διάφορους βαθμούς. Εἴμεθα ὅλοι εἰς ὡρισμένον βαθμόνἕκαστος, συνυπεύθυνοι καί συνένοχοι διά τήν οἰκολογικήν κρίσιν. Δι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί ἡ κρίσις αὕτη πρέπει νάἀντιμετωπίζηται ὑπό τοῦ καθενός μας ὡς πρόκλησις δι᾿ ατοκριτικήν καί διόρθωσιν. Ἡ τοποθέτησις αὕτη εἶναι βαθέως ἐρριζωμένη εἰς τήν Ὀρθόδοξον καί ἐν γένει τήν Χριστιανικήν Ἐκκλησίαν μας.

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πολύ πρίν ἤ συνειδητοποιηθῆ ἡ ἀνθρωπογενής μόλυνσις τοῦ περιβάλλοντος, διά τοῦ ὑμνογράφου αὐτῆς, λαμβάνουσα τήν θέσιν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος μέ τήν διαγωγήν του μολύνει τό περιβάλλον, δογματίζει: «Γέ­γονα[...] μολυσμός ἀέρος καί γῆς καί ὑδάτων∙ σῶμα γάρ ἐμίανα, ψυχήν καί νοῦνἐσπίλωσα παραλόγοις πρά­ξεσι, Θεῷ ἐχθρός πέφυκα» (βλ. Παρακλητική, Στιχηρόν Ἑσπερινοῦ Δευτέρας, ἦχος βαρύς).

Ἡ μόλυνσις το νθρώπου δέν περιο­ρί­ζεται εἰς τόν αυτόν του, εἰς τήν ψυχήν καί εἰς τό σμά του,ἀλλά μεταδίδεται καί εἰς τό περιβάλλον, τό ὁποῖον εἶναι τό εὐρύτερον σῶ­μα του. Ταυτοχρόνως ὅμως ἡ μόλυνσις τοῦ περιβάλλοντος ἀντα­νακλᾶται εἰς τόν ἴδιον τόν ἄνθρωπον καί ἀποτυποῦται εἰς τήν ψυχήν καί εἰς τό σῶμα του. Δέν  εἶναι δυνατόν νά μολύνηται ὁ ἄνθρωπος καί νά παραμένῃ ἀμόλυντον τό περι­βάλ­λον. Ὅπως δέν ἠμπο­ρεῖ νά μολύνηται τό περι­βάλ­λον καί νά πα­ρα­μένῃ ἀνεπηρέαστος ὁ ἄν­θρωπος. Τό φυσικόν περιβάλλον εἶναι δημιούρ­γημα τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ μόλυνσίς του ὑπό τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μαρτία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ὑπό τῶν ἀνθρώπων λησμονεῖται ὅτι τό περιβάλλον δέχεται μέν παθη­τικῶς τάς ἀνθρωπίνας ἐνεργείας,ἀφήνει ὅμως νά ἐκδη­λωθοῦν αἱ φυσικαί συνέπειαι αὐτῶν σύν τῷ χρόνῳ. Ἀλλ᾿ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος διαθέτει νονκαί λευθερίαν, δύναται καί πρέπει νά λέγχ τάς ἐνέρ­γείας του ὅσον ἀφορᾷ καί εἰς  τό περι­βάλλον του, ὀφείλει δέ νά λαμβάνῃ προστατευτικά μέτρα διά τήν ἀντιμε­τώ­πισιν τῆς μολύνσεως, ἡ ὁποία προέρχεται ἐξ αὐτοῦ.

 ***

 Μία οἰκολογική θική ἀπό Ὀρθοδόξου ἀπόψεως δέν εἶναι δυνατόν νά θεμελιωθῇ παρά μόνον εἰς τόννον τοῦ ἀνθρώπου. Πρέπει νά ἐξυγιανθῇ πρωτίστως ὁ νοῦς καί νά ἀποκατασταθοῦν ρθοί λογισμοί. Ἄν δέν πο­λε­μηθοῦν τά πά­­θη καί δέν καθαρθοῦν οἱ λογισμοί καί ἄν δέν ἀποκατασταθοῦν παρεμβάσεις καί δικίαι εἰς τήν φύσιν καί εἰς τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τόν συνάνθρωπον, καί τήν κτίσιν ὁλόκληρον, δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξουνὀρθαί καί φιλικαί σχέ­­σεις μέ τό περιβάλλον. Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀντιμετωπίζῃ τις τά πράγματα αἰσθησιακῶς καίὠφελιμι­στι­κῶς μόνον καί νά συμπεριφέρηται συγχρόνως ὀρθῶς ἀπέναντί των. Διά νά βλέπῃ ὁ ἄνθρω­πος καθα­ρῶς καί διαυγῶς τόν κόσμον καί νά ἔχῃ ὀρθάς σχέσεις πρός τό περιβάλλον του χρειά­ζεται νά κατα­πο­λεμήσῃ τά πάθη, τά ὁποῖα μολύ­νουν τά νοήματά του καί τόν ὁδηγοῦν εἰς βάραθρα καί εἰς βύσσους κατά τήν παροῦσαν ζωήν καί εἰς βεβαίαν πώλειαν κατά τήν μέλλουσαν.

 Ἀσφαλῶς δέν εἶναι δυνατόν νά γίνηται σοβαρός λόγος διά οκολογικήν ἠθικήν χωρίς τήν ἀνά­ληψιν πραγματικοῦ γνος διά τήν κάθαρσιν τοῦ νοός μας. Ὅσον διατηροῦμεν τόν νοῦν ἡμῶν μολυσμένον μέ μπα­­θες λο­γισμούς δέν εἶναι δυνατόν ἐκ τῶν πραγμάτων νά παραμένῃ ἀμό­λυντον τό περιβάλ­λον μας. Δέν εἶναι δυνατόν νά ζῇ ὁ ἄνθρωπος κολα­κεύ­ων καί ἱκανοποιῶν τά πάθη του καί ὑπηρε­τῶν συγχρόνως διά παντός τρόπου καί μέσου τάς ἐμπα­θεῖς ὀρέξεις του, χωρίς νά προκαλῇ πέριξ του βλάβας καί κα­τα­στροφάς, ἐνίοτε ἀνεπανορθώτους ἤδυσθεραπεύτους. Ὁ πόλεμος κατά τῶν παθῶν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τό πί­κεντρον τῆς Ὀρθοδόξου καί γενικώτερον τῆς Χρι­στια­νι­κῆς ἠθικῆς, ἔχει κεντρικήν θέσιν καί εἰς τήν οἰκολογικήν ἠθικήν.

Θά ἀντείπῃ ἴσως τις ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὅτι σήμερον καί ἡ ἰδία ἡ οκονομία λειτουργεῖ ὡς «μπαθής λογισμός» ὁ ὁποῖος ἀντιστρα­τεύ­εται τήν οἰκολογίαν καί τροφοδοτεῖ τήν οἰκολογικήν, ἀλλά καί αὐτήν ταύτην τήν οἰκονομικήν, κρίσιν. Ἡ διαπίστωσις αὕτη  σημαίνει ὅτι τό χρέος τῶν οἰκονομικῶν ἐπιστημόνων, τινῶν οἰκονομικῶν παραγόντων καί τῶν ἐκπροσώπων τῆς πολιτικῆς εἶναι πολύ σημαντικόν.

Ὅσον δέν ἀντιμετωπίζεται ἡ πρωταρχική αἰ­τία τῶν πα­θῶν, ἀλλά γίνονται ἐπιφανειακαί μόνον ἐπεμβάσεις καί τεχνικαί διευ­θετή­σεις, αἱ ὁποῖαι  ἀφήνουν ἀνέπαφον τό ἀνθρωπολο­γι­κόν αὐτῶν ὑπόβαθρον, ἡ κατά­στα­σις διαρκῶς καί θά ἐπιδεινῶται. Τό κακόν βεβαίως μόνον προσκαίρως κυριαρχεῖ καί  ὠφελεῖ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι τό διαπράττουν. Τελικῶς ὅμως ὁ Θεός, ὁ ἄναρχος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος, ἀναλλοιώτως, «ἀεί ὤν, ὡσαύτως ὤν»,ἀπείραστος, «κακόν οὐκ ἐποίησεν». Ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται τό κακόν, διά τοῦτο καί ατοκα­τα­στρέφεται, παρασύρων μετ᾿ αὐτοῦ, ἄν μή εἰς ὁλοσχερῆ καταστροφήν, εἰς περιορισμόν αὐτήν ταύτην τήν ζωήν, παρά τήνἐξέλιξιν τῆς ἐπιστήμης. Καί ἐν τούτῳ ἐφαρμόζεται τό Κυριακόν: «τί γάρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐάν κερδήσῃ τόν κόσμον ὅλον, καί ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ;» (Μαρκ. η΄ 36-37).

***

 Ἡ κτίσις ἐδημιουργήθη ὑπό τοῦ Θεοῦ, διά νά τήν χαίρηται ὁ ἄνθρωπος, διά νά ἀντλῇ ἀπό αὐτήν τά πρός τό ζῆν, ἀλλά καί διά νά τήν φροντίζ. Ἐδόθη ἐξ γάπης πρός τόν ἄνθρωπον καί παραμένει ὡς φαλτήριον διά τήν ἀνύψωσίν του πρός τόν Δημιουργόν του. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν βλέπει τήν κτίσιν μέ τήν χρηστικήντης μόνον ξίαν. Τήν βλέπει εὐρυτέρως ὡς δρον Θεο καί ὡς μέσον εχαριστίας τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεόν. Ἡ φροντίς διά τήν κτίσιν, ἡ προστασία της, τό «φυλάσσειν τήν κτίσιν» ἀποτελεῖ ἔκφρασινεγνωμοσύνης καί μνον πρός τόν Θεόν.

 

Ἀγαπητοί φίλοι,

 Ἔχομεν, λοιπόν, τό δικαίωμα νά τρεφώμεθα, νά ἐνδυώμεθα καί νά προσποριζώμεθα ἐκ τῆς γῆς πάντα τά πρός τό ζῆν ἀναγκαῖα (καί αὐτό συνιστᾷ ἡ θεία ἐντολή «ργάζεσθαι»), ἔχομεν ὅμως ἐκ παραλλήλου τήνὑποχρέωσιν καί τό καθῆκον νά ἐνεργῶμεν τήν ἀπόληψιν αὐτήν κατά τρόπον φυλάσσοντα τήν ἱκανότητα τῆς γῆς νά παράγῃ καί εἰς τό μέλλον τά αὐτά ἀγαθά πρός συντήρησιν τῶν ἐπιγενομένων (καί αὐτό συνιστᾷ τό περιεχόμενον τῆς ἐντολῆς «φυλάσσειν»).

Ἐξ ἄλλου, ὁ Θεός ἐδημιούργησε τά πάντα «καλά λίαν» καί ἐρρύθμισεν εἰς τήν γῆν τήν οκολογικήνσορροπίαν καί ρμονίαν, τήν ὁποίαν ὀφείλομεν νά μή διαταράσσωμεν μέ ἀπερισκέπτους ἐνεργείας, διότι ἡδιατάραξις τῆς ἰσορροπίας ταύτης βλάπτει καί ἡμᾶς αὐτούς καί τούς συνανθρώπους μας. Ἐφ᾿ ὅσον δέ ἡσυνείδησίς μας –τό ἀδέκαστον τοῦτο κριτήριον ἀπό τοῦ νῦν αἰῶνος- δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά βλάπτωμεν τόν συνάνθρωπον, δέν πρέπει νά μᾶς ἐπιτρέπῃ καί ἐνεργείας ἐκ τῶν ὁποίων ἀμέσως καί βραδυφλεγῶς βλάπτεται ἡ ἰδίαἀνθρωπίνη ζωή, τό θεῖον τοῦτο δῶρον,  πρός ἐργασίαν τοῦ ἀγαθοῦ διά τόν Ἀγαθόν, ἵνα ὁ  κόσμος ζωήν ἔχῃ.

Τήν μαρτυρίαν καί τό βίωμα τοῦτο τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας καταθέτοντες εἰς τήν ἀγάπην σας, σᾶς εὐχαριστοῦμεν διά τήν προσοχήν σας καί ἐπικαλούμεθα ἐπί πάντας καί ἐπί πᾶσαν τήν κτίσιν τήν Χάριν καί τόἄπειρον Ἔλεος τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐν Ὧι ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν. Ἀμήν.

Previous MonthNext Month
Δεκέμβριος 2019
Κυρ Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ
1
Ημερομηνία : 1/12/2019
Previous MonthNext Month
Δεκέμβριος 2019
Κυρ Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ

Ἐπὶ τὰς πηγάς /
Zu den Quellen

Schriftlesung am Sonntag


08.12.2019: 10. Lukassonntag

Schriftlesungsarchiv

 

Ἡ συμβολή σας


Μέ τήν ἱστορική γιά τόν Ἑλληνισμό στήν Αὐστρία σημασία καί τή πλούσια δραστηριότητα στό φιλαν-θρωπικό, ἀνθρωπιστικό καί πολιτιστικό ἐπίπεδο, ἡ Μη- τρόπολη Αὐστρίας στρέφε- ται σέ ἐσᾶς ἀναζητώντας ἐνίσχυση στό ἔργο της. 

Ἐνημερωθεῖτε!

Ὁ Θεός νά σᾶς εὐλογεῖ

Innsbruck καὶ Kufstein

Δεν υπάρχει προσεχές εκδήλωση

St. Andrä am Zicksee

Δεν υπάρχει προσεχές εκδήλωση

Βιντεοθήκη


Εἰσηγήσεις


Βιβλιοθήκη


Legetøj og BørnetøjTurtle